«Πόλεμο κατά της βαρβαρότητας» του «Ισλαμικού κράτους» κήρυξε από χθες ο πρόεδρος της Τυνησίας -και γενέτειρας της «αραβικής άνοιξης»- Μπέτζι Καΐντ Εσέμπσι, μετά τη χθεσινή -μεγαλύτερη έως τώρα- επίθεση εξτρεμιστών ισλαμιστών κατά θέσεων του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας στη μεθοριακή πόλη Μπεν Γκουερντάν, στα ανατολικά, εντείνοντας έτσι τους φόβους για διάχυση της αποσταθεροποίησης από τη γειτονική Λιβύη.
Συντονισμένες, οι επιθέσεις εκδηλώθηκαν ταυτόχρονα κατά ενός στρατώνα και δύο φυλακίων της αστυνομίας και της εθνοφρουράς, σε απόσταση 29 χλμ. από τη συνοριακή γραμμή.
Συνεχίστηκαν με σφοδρές οδομαχίες. Κι έληξαν ώρες αργότερα, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 50 νεκρούς (35 δράστες, 11 άνδρες των δυνάμεων ασφαλείας και 7 πολίτες, ανάμεσά τους ένα 12χρονο παιδί), το Μπεν Γκουερντάν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα μεθοριακά περάσματα με τη Λιβύη ερμητικά κλειστά.
Αγνωστος παραμένει ο αριθμός των εξτρεμιστών που κατάφεραν να διαφύγουν -σύμφωνα με μαρτυρίες ορισμένοι παρέμεναν μέχρι αργά χθες ταμπουρωμένοι σε σπίτια στο Μπεν Γκουερντάν.
Διαβεβαιώνοντας ότι «η κατάσταση είναι υπό έλεγχο», το υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι έγιναν 6 συλλήψεις, καθώς και την κατάσχεση μεγάλων ποσοτήτων όπλων και πυρομαχικών.
Μέχρι αργά χθες, παρέμενε άγνωστο εάν οι δράστες εισέβαλαν πράγματι από τη Λιβύη, ενώ δεν υπήρχε ανάληψη ευθύνης. Σε κάθε περίπτωση, οι υποψίες όλων στρέφονται στο «Ι.Κ.».
Χαρακτηρίζοντας τους δράστες «αρουραίους» που «θα εξοντώσουμε μία και καλή», ο Τυνήσιος πρόεδρος έκανε λόγο για «πρωτοφανή σε σχεδιασμό και εκτέλεση επίθεση, με πιθανό στόχο τον έλεγχο της περιοχής και την ανακήρυξή της σε νέα “επαρχία” [του αυτοαπoκαλούμενου “Χαλιφάτου”]».
Εσπευσε πάντως να διαβεβαιώσει στους κατοίκους των ανατολικών περιοχών που συνορεύουν με τη Λιβύη ότι «μπορούν να είναι βέβαιοι για την προστασία τους από την αστυνομία και τον στρατό».
Διεθνής συνεργασία
Η συντονισμένη επίθεση στο Μπεν Γκουερντάν συνέπεσε χρονικά με την προαναγγελθείσα άφιξη στην Τύνιδα Αμερικανών και Γερμανών ειδικών σε θέματα ασφαλείας, με επίσημη αποστολή τη συνδρομή στην εγκατάσταση συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης της μεθορίου με τη Λιβύη.
Προ ημερών, εν τω μεταξύ, οι τυνησιακές αρχές ανακοίνωσαν την αποπεράτωση της ανέγερσης συνοριακού τείχους, μήκους 200 χλμ., με την προσδοκία ότι θα κρατούσε μακριά τους εξτρεμιστές του «Ι.Κ.».
Το «μέτωπο» της Τυνησίας με τον ισλαμικό εξτρεμισμό παραμένει ανοιχτό από το 2011, μετά την «επανάσταση των γιασεμιών» και την ανατροπή του καθεστώτος του Μπεν Αλι.
Ωστόσο αυτό διευρύνθηκε τον περασμένο χρόνο, έπειτα από τρεις διαδοχικές τρομοκρατικές επιθέσεις του «Ι.Κ.», με καμικάζι που φέρονται να είχαν εκπαιδευτεί σε στρατόπεδα στη Λιβύη.
Ειδικοί σε θέματα ασφαλείας παρ’ όλα αυτά τονίζουν ότι η τρομοκρατική απειλή για την Τύνιδα είναι εν μέρει «γηγενής».
Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 3.000 Τυνήσιοι εντάχθηκαν κατά το πρόσφατο παρελθόν στις τάξεις του «Ι.Κ.», πολέμησαν στα μέτωπα του Ιράκ και της Συρίας και τώρα επιστρέφουν στη βόρεια Αφρική, ενισχύοντας το νέο μέτωπο των εξτρεμιστών ισλαμιστών στα λιβυκά εδάφη.
Επιπλέον «το “Ι.Κ.” καυχιέται στα social media ότι έχει 1.000 υποστηρικτές στο ίδιο το Μπεν Γκουερντάν», όπως επισημαίνει στους Financial Times o Ισάντρ αλ Αμράνι, διευθυντής του τμήματος Βορείου Αφρικής του think-tank «International Crisis Group».
Πρόκειται για μία περιοχή, προσθέτει, όπου «το τυνησιακό κράτος είναι ελάχιστα παρόν» και το διασυνοριακό λαθρεμπόριο ανθεί. Επικαλούμενος μάλιστα πηγές, αφήνει να εννοηθεί ότι πιθανόν στη χθεσινή επίθεση να υπήρχαν και ντόπιοι συνεργοί.
«Εκτιμώ ότι αυτή έχει να κάνει κυρίως με την επίθεση στη λιβυκή πόλη Σαμπράτα, όπου χτυπήθηκαν ως επί το πλείστον Τυνήσιοι», καταλήγει ο ειδικός αναλυτής, αναφερόμενος στις προ μηνός αεροπορική επιδρομή από αμερικανικά αεροσκάφη, με στόχο εκεί στρατόπεδο του «Ι.Κ.».
Καταδικάζοντας το χθεσινό μακελειό στο Μπεν Γκουερντάν, το γαλλικό ΥΠΕΞ φωτογραφίζει ως δράστες «τρομοκράτες που προέρχονταν από τα λιβυκά εδάφη», τονίζοντας παράλληλα ότι η επίθεση «υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για πολιτική λύση στη Λιβύη».
Προς το παρόν, παρά τις διεθνείς πιέσεις, η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας καρκινοβατεί. Και μαζί με αυτή εκλείπει και η δυνατότητα νομιμοποίησης μιας νέας στρατιωτικής επέμβασης της Δύσης (ΗΠΑ, Ιταλίας, Βρετανίας, Γαλλίας), την ώρα πάντως που δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού Τύπου αναφέρουν ότι αυτή βρίσκεται ήδη μυστικά σε εφαρμογή.
Με χθεσινές πάντως δηλώσεις του, ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι το διαψεύδει.
«Η αποστολή Ιταλών στρατιωτών στη Λιβύη δεν είναι στην ημερήσια διάταξη» ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι «ο πόλεμος δεν μπορεί ποτέ να συγχέεται με ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι».
Και υποστήριξε ότι η σημερινή χαοτική κατάσταση στη βορειοαφρικανική χώρα οφείλεται «κυρίως στο ότι οι Γάλλοι πραγματοποίησαν στο παρελθόν στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να σκεφθούν τι θα συνέβαινε στην συνέχεια», μετά δηλαδή την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι.
Εξ ου και ζήτησε να υπάρξει μία «ισορροπημένη και μακροπρόθεσμη» λύση, χωρίς ωστόσο να επεκταθεί.
