Οι σκέψεις της βρετανικής κυβέρνησης να στέλνει τους αιτούντες άσυλο σε απομακρυσμένα νησιά του Ειρηνικού, τα «απόνερα» της τηλεμαχίας Μπάιντεν-Τράμπ το δριμύ πλήγμα που επέφερε η πανδημία στους οικονομικά ασθενέστερους Αμερικανούς και η έκθεση του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, που απονέμει στην Τουρκία τον χείριστο βαθμό στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελούν ορισμένα από τα κυριότερα θέματα του διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στον τίτλο του: «Αποκάλυψη : Το Νο10 σχεδιάζει να στείλει τους αιτούντες άσυλο στον Μόλδοβα» και στο αποκλειστικό ρεπορτάζ του επισημαίνει ότι ο βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε από τους αρμόδιους υπουργούς να εξετάσουν την πιθανότητα οι αιτούντες άσυλο να σταλούν στον Μόλδοβα, το Μαρόκο ή την Παπούα Νέα Γουινέα. Τα έγγραφα που περιήλθαν σε γνώση της εφημερίδας χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικά και ευαίσθητα και οι σκέψεις αυτές ξεκίνησαν πριν από λίγες ημέρες στο πλαίσιο των προτάσεων να ακολουθηθεί το μοντέλο της Αυστραλίας, με το οποίο οι αιτούντες άσυλο αποστέλλονται σε νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, κάτι το οποίο έχει προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις των οργανώσεων για την υπεράσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αναφέρει δε ότι χθες οι Financial Times δημοσίευσαν ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο η βρετανίδα υπουργός Εσωτερικών Πρίτι Πάτελ ζήτησε από κυβερνητικούς αξιωματούχους να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υιοθετηθεί το μοντέλο της Αυστραλίας.

Στη Γαλλία, αφιερωμένο στην τηλεμαχία Τραμπ-Μπάιντεν είναι το πρωτοσέλιδο της Le Monde με τίτλο : «Ντιμπέιτ Τράμπ-Μπάιντεν. Βία και σύγχυση» με την εφημερίδα να επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι δυο υποψήφιοι ένοικοι του Λευκού Οίκου λογομάχησαν σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Τονίζει ότι υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν σταμάτησε να επιτίθεται στον Δημοκρατικό αντίπαλό του χωρίς ωστόσο να καταφέρει να τον αποσταθεροποιήσει. Ο Τραμπ αναφερόμενος στην ακροδεξιά βία ζήτησε από τις πολιτοφυλακές των «Περήφανων Αγοριών» (Proud Boys) να είναι έτοιμοι για όλα, ενώ ο Μπάιντεν τόνισε «ψηφίστε και θα φύγει» με τον Τραμπ να απειλεί για πολλοστή φορά ότι, δεν θα αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Στη Γερμανία, ως «αξιοσημείωτα ρεαλιστική» χαρακτηρίζει η εφημερίδα Tageszeitung έκθεση του γερμανικού υπουργείο Εξωτερικών που απονέμει στην Τουρκία τον χείριστο βαθμό στον τομέα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο σχολιαστής επισημαίνει : «Στην Τουρκία δεν υπάρχει πλέον ελευθερία της γνώμης, όποιος ασκεί κριτική γρήγορα αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης και η δικαιοσύνη έχει καταργηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε είναι πολύ πιθανό να καταδικαστεί ο υποτιθέμενος τρομοκράτης. Αυτά που περιγράφουν για χρόνια ολόκληρα οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch, επιβεβαιώνονται τώρα και σε επίσημο έγγραφο του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι το υπουργείο Εξωτερικών δεν περιλαμβάνει αυτή τη διατύπωση σε ένα άνευ συνεπειών σημείωμα προς συζήτηση, αλλά σε εσωτερική έκθεσή του προς την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων». Σύμφωνα πάντως με την εφημερίδα του Βερολίνου «στον ρεαλισμό αυτόν συμβάλει το ότι μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016 είναι πλέον αδύνατον να εξωραϊστεί η κατάσταση όσον αφορά την ελευθερία της γνώμης και το κράτος δικαίου. Ακόμη και ο Τούρκος δικηγόρος που ήταν συμβεβλημένος με τη γερμανική πρεσβεία κατέληξε στη φυλακή» επισημαίνει το δημοσίευμα.

Στις ΗΠΑ τέλος, πέραν των σχολίων για το ντιμπέιτ που δημοσιεύουν σχεδόν όλες οι εφημερίδες, η Washington Post γράφει σε πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο : «Η Covid επέφερε δριμύ πλήγμα στους οικονομικά αδύνατους» με το κύριο άρθρο να υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η οικονομική κατάρρευση που επέφερε η πανδημία προκάλεσε την πλέον άνιση ύφεση στην σύγχρονη ιστορία της χώρας, προκαλώντας μια μικρή μείωση στα οικονομικά στους εύπορους και ύφεση στα όρια της κατάθλιψης στους οικονομικά ασθενέστερους, όπως τις μητέρες με μικρά παιδιά, αφροαμερικανούς και άτομα ισπανικής ή ασιατικής καταγωγής, καθώς και νέους Αμερικανούς, οι οποίοι δεν διέθεταν πτυχία κολλεγίων ή πανεπιστημίων.
