Στόχος κυβερνοκατασκοπείας μέσω χάκερ, υποστηριζόμενων από το ρωσικό κράτος, έχουν γίνει ερευνητικοί και φαρμακευτικοί οργανισμοί που αναπτύσσουν εμβόλια κατά του νέου κορονοϊού, σύμφωνα με υπηρεσίες ασφαλείας του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ και του Καναδά. Η χθεσινή κοινή προειδοποίηση, που έγινε από το βρετανικό Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας (NCSC), αναφέρει πως «σχεδόν σίγουρα» οι χάκερ δρουν ως «μέρος των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών», προκειμένου να κλέψουν ιατρικά μυστικά.
Τονίστηκε μεν πως δεν παρακωλύθηκαν οι έρευνες για το εμβόλιο, δεν διευκρινίστηκε ωστόσο ποιοι οργανισμοί στοχοποιήθηκαν, ούτε αν τελικά εκλάπησαν πληροφορίες. Ως δράστης κατονομάστηκε η ομάδα χάκερ APT29 (γνωστή επίσης ως «Cozy Bear» ή «The Dukes»), που πιστεύεται ότι ευθύνεται για σειρά κυβερνοεπιθέσεων, ανάμεσά τους η υποκλοπή χιλιάδων μέιλ από την εθνική επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2016.
«Είναι απολύτως απαράδεκτο που οι ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών στοχοποιούν όσους εργάζονται για να καταπολεμήσουν την πανδημία του κορονοϊού» κατήγγειλε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Ντόμινικ Ράαμπ, με τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, να απαντά πως «η Ρωσία δεν έχει απολύτως τίποτα να κάνει με αυτές τις απόπειρες». Νωρίτερα ο Ράαμπ είχε κατηγορήσει το ρωσικό κράτος πως επιχείρησε να παρέμβει (και) στις βρετανικές εκλογές του 2019, βγάζοντας στο ίντερνετ υποκλαπέντα έγγραφα τα οποία χρησιμοποίησαν οι Εργατικοί στην προεκλογική τους εκστρατεία.
Σε ό,τι αφορά πάντως τις καταγγελλόμενες επιθέσεις για «δόλια» απόπειρα απόσπασης ιατρικών μυστικών από τους Ρώσους, τα πράγματα στη θέση τους έβαλε ο Βρετανός ειδικός στην κυβερνοασφάλεια, Ρος Αντερσον, καθηγητής στο Computer Laboratory του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ. «Εκείνοι έχουν πολλά άτομα [σ.σ. κατασκόπους], εμείς έχουμε πολλά άτομα, οι Αμερικανοί έχουν ακόμα πιο πολλά άτομα, όπως και οι Κινέζοι» δήλωσε στο BBC. «Ολοι προσπαθούν να κλέψουν τέτοιου είδους πράγματα όλη την ώρα». Κοινώς, ο κλέψας του κλέψαντος…
Στο μεσοδιάστημα, ελπιδοφόρα είναι τα μηνύματα που έρχονται από το μέτωπο της έρευνας για εμβόλιο κατά του νέου κορονοϊού, καθώς η κούρσα για την ανάπτυξή του συνεχίζεται με φρενήρεις ρυθμούς σε περισσότερα από 150 εργαστήρια σε όλο τον κόσμο. Επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που διενεργούν από τον Απρίλιο κλινικές δοκιμές εμβολίου σε 500 πλέον εθελοντές συνεργαζόμενοι με τη φαρμακευτική εταιρεία AstraZeneca, εκτιμούν πως το συγκεκριμένο εμβόλιο είναι πιθανό να προσφέρει «διπλή προστασία» από τον ιό, προκαλώντας και αντισώματα και T-λεμφοκύτταρα (T-cells), που αποτελούν υποομάδα των λευκών αιμοσφαιρίων και επιτίθενται στα μολυσμένα κύτταρα, σκοτώνοντάς τα.
Αν τα προκαταρκτικά αυτά αποτελέσματα επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για μια πολύ σημαντική εξέλιξη στη μάχη κατά της νόσου Covid-19, καθώς δύο πρόσφατες έρευνες έδειξαν πως τα αντισώματα μπορεί να εξαφανιστούν εντός βδομάδων ή μηνών, ενώ τα T-λεμφοκύτταρα μπορεί να κυκλοφορούν στον ανθρώπινο οργανισμό για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση που το εμβόλιο αποδειχτεί αποτελεσματικό και ασφαλές, οι επιστήμονες στην Οξφόρδη δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να διατεθεί ακόμη και τον Σεπτέμβριο, πολύ νωρίτερα δηλαδή απ’ όσο αναμενόταν.
Ενθαρρυντικά νέα έρχονται και από τις κλινικές δοκιμές εμβολίου σε ανθρώπους, που γίνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη φαρμακευτική εταιρεία Moderna σε συνεργασία με το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νόσων (NIAID). Με ζητούμενο τη μακροχρόνια ανοσία από τον ιό, ο κορυφαίος Αμερικανός επιδημιολόγος Αντονι Φάουτσι και διευθυντής του NIAID προέβλεψε μιλώντας στο Reuters πως η χώρα του θα πετύχει τον στόχο να αναπτύξει εμβόλιο μέχρι το τέλος του χρόνου.
Παρότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις, «αισθάνομαι καλά με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα», δήλωσε ο Φάουτσι. Διευκρίνισε πάντως πως, ακόμη κι αν το εμβόλιο καταφέρει να προκαλέσει ανοσία, παραμένει ασαφής η χρονική διάρκεια αυτής της προστασίας. «Αυτές είναι ερωτήσεις που δεν έχουν άμεσα απαντήσεις επειδή βρισκόμαστε μόνο έξι μήνες εντός του ξεσπάσματος» της πανδημίας, εξήγησε, συμπληρώνοντας πως ενδέχεται να χρειαστεί ένας χρόνος προτού ξεκαθαριστεί το ζήτημα της ανοσίας.
