Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νέα πίστωση χρόνου που ζητά η Τερέζα Μέι από τους βουλευτές της πριν εγκαταλείψει  την πρωθυπουργία, ο εξαιρετικά αυξημένος προϋπολογισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επόμενη χρονιά, η αύξηση των spreads στην βαριά ασθενούσα ιταλική οικονομία και η ανάλυση των οικονομικών στοιχείων της Ελλάδας από τον γερμανικό τύπο, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. 

Στη Βρετανία, οι Times έχουν πρωτοσέλιδο τίτλο : «Η Μέι εκλιπαρεί για χρόνο καθώς ο Τζόνσον στοχοποιεί το Νο 10 (της Ντάουνινγκ Στριτ)» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα αναφέρει ότι η Βρετανίδα πρωθυπουργός απηύθυνε έκκληση στους βουλευτές της να καθυστερήσουν την εκλογή νέας ηγεσίας στο κόμμα της, μια ενέργεια η οποία θα «στραπατσάρει» τις προσπάθειες του Μπόρις Τζόνσον για την ανάληψη της ηγεσίας των Συντηρητικών. Ωστόσο η κα Μέι συμφώνησε στην κατάρτιση χρονοδιαγράμματος για την έναρξη της κούρσας διαδοχής της, αλλά μόνο εφόσον οι βουλευτές θα έχουν ψηφίσει τη νομοθεσία για το brexit εντός του τρέχοντος μηνός.

Στη Γαλλία, η Le Monde έχει αφιερώσει το κεντρικό της θέμα στον προϋπολογισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επισημαίνει ότι ο προϋπολογισμός του θα φτάσει το 2020 τα δυο δισεκατομμύριο, ήτοι περίπου 2,5 εκατομμύρια για τον κάθε ευρωβουλευτή. Όπως τονίζει το άρθρο, η μετάβαση των ευρωβουλευτών και των βοηθών τους κάθε μήνα από τις Βρυξέλλες στο Στρασβούργο για τις συνόδους της Ολομέλειας, καθώς και η μετάφραση των εγγράφων σε 24 γλώσσες έχει εξαιρετικά υψηλό κόστος.

Στη Γερμανία ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας επιχειρεί η γερμανική εφημερίδα Die Welt με προειδοποιήσεις για πιθανή χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά και εγκώμια για τον Αλέξη Τσίπρα. Η εφημερίδα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ο Τσίπρας κερδίζει τον σεβασμό, καθώς έχει μετεξελιχθεί από αγωνιστής των δρόμων σε πολιτικό ηγέτη, ο οποίος στηρίζει και υλοποιεί ακόμη και αντιδημοφιλείς αποφάσεις». Στα θετικά στοιχεία της ανάλυσης που παραθέτει η εφημερίδα  περιλαμβάνεται η βελτίωση που καταγράφει η ελληνική οικονομία, με θετικούς δείκτες ανάπτυξης το 2017 και 2018. «Σε εποχές μηδενικών επιτοκίων, υπερθέρμανσης στα χρηματιστήρια και προβλημάτων στις αναδυόμενες αγορές, η Ελλάδα κατάφερε να επιστρέψει στο ραντάρ των επενδυτών που κυνηγούν ευκαιρίες» δηλώνει στη Welt o Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγος στη γερμανική θυγατρική της τράπεζας ING.

Στη γειτονική Ιταλία ο συνδυασμός του αυξανόμενου χρέους με την παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα αποθαρρύνει επενδυτές και οδηγεί σε νέα αύξηση των σπρεντ.  Έτσι σε σχόλιό της με τίτλο «Το δηλητήριο του λαϊκισμού», η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung παρατηρεί: «Ιταλία; Όχι, ευχαριστώ! Να εμπιστευθούμε έναν κυβερνητικό συνασπισμό που αρέσκεται στις αντιπαραθέσεις, κάνοντας όλο και πιο ασταθή τη χώρα με το μεγαλύτερο χρέος στην Ευρώπη; Με τίποτα! Έτσι σκέπτονται και συμπεριφέρονται όλο και περισσότεροι, όταν πρόκειται για τα λεφτά τους. Έτσι έκρινε πριν από μία εβδομάδα και η Blackrock: η μεγαλύτερη εταιρία διαχείρισης κεφαλαίων παγκοσμίως η οποία απέσυρε αιφνιδιαστικά την πρότασή της για εξαγορά της προβληματικής τράπεζας Carige. Οι επενδυτές στη Νέα Υόρκη έκριναν υπερβολικά υψηλό το ρίσκο μίας Ιταλίας με μηδενική ανάπτυξη και αυξανόμενο χρέος. Τώρα η κυβέρνηση της Ρώμης θέλει να φορτώσει τη διάσωση της τράπεζας στους φορολογούμενους. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση. Και στην Alitalia αποχώρησαν υποψήφιοι επενδυτές. Φαίνεται απίθανο να βάλουν τα λεφτά τους για να υπάγονται στις διαταγές μίας εθνικιστικής κυβέρνησης της Λέγκας και των Πέντε Αστέρων. Κι έτσι οι κυβερνητικοί εταίροι φλερτάρουν με την ιδέα της επανεθνικοποίησης» καταλήγει το δημοσίευμα.

Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post γράφει στον τίτλο της : «Η ποινή στην Huawei βαθαίνει το ρήγμα με την Κίνα» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα γράφει, μεταξύ άλλων,  ότι η ένταση στις σινο-αμερικανικές εμπορικές σχέσεις κορυφώθηκε εκ νέου καθώς το Πεκίνο προειδοποίησε ότι θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να απαντήσει δυναμικά στην ενέργεια της Ουάσιγκτον να θέσει τον κινεζικό γίγαντα των τηλεπικοινωνιών σε «μαύρη λίστα». Η τελευταία αυτή εξέλιξη καθιστά αδύνατη προς το παρόν τουλάχιστον, σύμφωνα με την εφημερίδα,  την επανάληψη των διμερών συνομιλιών για τερματισμό  του εμπορικού πολέμου των δυο οικονομικών υπερδυνάμεων.