Ο Ernst Gombrich, εμβληματική προσωπικότητα στην Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης, επιλέγει να κλείσει το βιβλίο του «Τέχνη και Ψευδαίσθηση» (1960 – στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη σε μετάφραση Ανδρέα Παππά) με ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στην καρικατούρα και συνεκδοχικά στα κόμικς και στις γελοιογραφίες.
Στην πολύπλοκη αρχιτεκτονική της σκέψης τού Gombrich ως προς την επινόηση των εκφραστικών στιλ και την καινοτομία στην απόδοση των μορφών ξεχωριστή θέση καταλαμβάνουν τα πρώιμα κόμικς και ειδικά αυτά του Ελβετού Rodolphe Topffer (1799-1846). O Topffer που εκθειάστηκε ακόμα κι από τον Γκέτε, υπήρξε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα συγγραφέας, δάσκαλος και θεωρητικός των κόμικς. «Η ιστορία σε εικόνες που οι κριτικοί της τέχνης την αγνοούν και που σπάνια προκαλεί το ενδιαφέρον των μορφωμένων ασκούσε πάντοτε μεγάλη γοητεία, μεγαλύτερη ίσως κι από την ίδια τη λογοτεχνία.
Εκτός από το ότι υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι που βλέπουν απ’ ό,τι που διαβάζουν, ασκεί ιδιαίτερη έλξη στα παιδιά και στις πλατιές μάζες, δηλαδή στις μερίδες εκείνες του κοινού που εύκολα διαφθείρονται και που είναι ιδιαίτερα επιθυμητό να προάγονται. Με το διπλό πλεονέκτημα της μεγαλύτερης σαφήνειας και περιεκτικότητας η ιστορία σε εικόνες θα συνθλίψει τα άλλα είδη γιατί θα μπορεί να απευθύνεται με μεγαλύτερη ζωντάνια σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και γιατί αυτός που χρησιμοποιεί μια τόσο άμεση μέθοδο θα διαθέτει πάντοτε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνους που μιλούν με κεφάλαια», έγραφε ο Topffer όπως αναπαράγει ο Gombrich.
Ενα από τα παραδείγματα, μάλιστα, που χρησιμοποιεί ο δεύτερος από το έργο του πρώτου είναι οι σπουδές του πάνω στην ανθρώπινη φυσιογνωμία και τις διάφορες εκφράσεις της. Εφαρμόζοντας πρωτοποριακές μεθόδους και πειραματικές τεχνικές που άνοιγαν δρόμους ως προς τις δυνατότητες του μέσου. Σε ακόμη μία απόδειξη ότι η τέχνη των κόμικς ως ζωντανή γλώσσα έχει πλούσια ιστορία, λαμπρό μέλλον και τίποτα να ζηλέψει από όλες τις άλλες.
