Επινοούμε ιστορίες για να αφηγηθούμε τις ιδιαίτερες εμπειρίες ή τα βιώματα μας και τις ακούμε ή τις διαβάζουμε πολύ πρόθυμα είτε για να γνωρίσουμε, να βιώσουμε και να σκεφτούμε νέα πράγματα είτε για να ξεχάσουμε ή να μη σκεφτόμαστε ό,τι μας αγχώνει, μας πληγώνει και μας ενοχλεί. Υπάρχουν ιστορίες που μας συγκλονίζουν και αλλάζουν βαθύτατα τον τρόπο σκέψης μας, άλλες πάλι τις βρίσκουμε εντελώς αδιάφορες ή βαρετές. Επιπλέον, τόσο τα προφορικά όσο και τα γραπτά αφηγήματα, εκτός από εργαλεία μάθησης ή απόλαυσης, επιτελούσαν ανέκαθεν πολύτιμες κοινωνικές και ψυχοθεραπευτικές λειτουργίες.
Από τους προϊστορικούς μύθους και τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες μέχρι τον Χάρι Πότερ, η επινόηση αφηγηματικών ιστοριών βοηθά τους ανθρώπους στο να εκφράζουν και να μεταδίδουν τις πιο αινιγματικές εμπειρίες τους και να ξεπερνούν βιωματικά τα τραύματα και τους φόβους τους. Η αφήγηση-γραφή και η ακρόαση-ανάγνωση ιστοριών αποτελούν τις τυπικά ανθρώπινες εκδηλώσεις των ιδιαίτερων νοητικών ικανοτήτων του είδους μας. Και πρόκειται για νοητικές ικανότητες μοναδικές και αποκλειστικές, που μας διαφοροποιούν καταφανώς από τα υπόλοιπα είδη ζώων.
Ωστόσο, όπως θα δούμε, τόσο οι μεταγενέστερες γραπτές αφηγηματικές μας δεξιότητες όσο και τα αναγνωστικά μας ήθη είναι ένα πολύ επιτυχημένο επικοινωνιακό τέχνασμα που επικράτησε μόνο σχετικά πρόσφατα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Πάντως, μολονότι η γραφή και η ανάγνωση, ως μαζικά ανθρωπολογικά και κοινωνικά φαινόμενα, αποτελούν μια πολύ πρόσφατη κατάκτηση των ανθρώπινων πολιτισμών, η ανάγκη του είδους μας να δημιουργεί ιστορίες και να ακούει αφηγήματα είναι πανάρχαια και αποτυπώνεται στις σπηλαιογραφίες που υπάρχουν στα προϊστορικά σπήλαια.
Ανοίγοντας τη συγγραφική και αναγνωστική μηχανή
Γιατί άραγε η αφήγηση ιστοριών (προφορική ή γραπτή, αδιάφορο) ασκεί τέτοια ακαταμάχητη έλξη και μαγική επιρροή στον ανθρώπινο νου; Το ερώτημα αυτό απασχολούσε τους μεγαλύτερους στοχαστές ήδη από την αρχαιότητα. Αρκεί να θυμηθούμε τις ρηξικέλευθες απόψεις του Σωκράτη και του Πλάτωνα σχετικά με τα πρωτεία του προφορικού έναντι του γραπτού λόγου. Οπως υποστηρίζει -ο κατά τα άλλα κορυφαίος συγγραφέας- Πλάτων διά στόματος του Σωκράτη στον περίφημο διάλογο «Φαίδρος» (275c-277a): ο γραπτός λόγος είναι διανοητικά επιβλαβής επειδή αλλοιώνει ή καταστρέφει τη μνήμη και αποδυναμώνει τον νου. Επιπλέον, το γραπτό κείμενο είναι εκ φύσεως ατελές και ατελέσφορο: δεν είναι ζωντανό όπως ο προφορικός λόγος και δεν μπορεί να απαντά στα ερωτήματα που του θέτει ο αναγνώστης.
Η γραφή και η ανάγνωση, σύμφωνα με τον μεγάλο φιλόσοφο, είναι νοητικές δραστηριότητες παθητικές και μοναχικές, ικανές να παράγουν μόνο μια αυτιστική προσομοίωση, δηλαδή μια πλασματική εικόνα της πραγματικότητας. Σήμερα, υπό το φως των πιο πρόσφατων νευροψυχολογικών ανακαλύψεων -αλλά και την επικράτηση της ψηφιακής τεχνολογίας- η πλατωνική κριτική στην αλλοτριωτική και παραπλανητική δύναμη του γραπτού λόγου ακούγεται αξιοπερίεργα επίκαιρη.
Πριν από μερικές δεκαετίες, οι ειδικοί νευροεπιστήμονες -νευρολόγοι, γνωσιακοί ψυχολόγοι και οι νευρογλωσσολόγοι- δεν διέθεταν τα αναγκαία νευροαπεικονιστικά μέσα για να μελετήσουν σε βάθος το πώς ακριβώς και σε ποιο βαθμό η πράξη της γραφής ή της ανάγνωσης επηρεάζει τις δομές και τις λειτουργίες του εγκεφάλου μας. Σήμερα αντίθετα, χάρη στη εξέλιξη των τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου (μαγνητική λειτουργική τομογραφία, τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων κ.ά.), είναι πλέον εφικτή η έρευνα των νευρωνικών κυκλωμάτων που εμπλέκονται άμεσα στις δραστηριότητες της γραφής και της ανάγνωσης.
Σε αυτό το πεδίο έρευνας πρωτοποριακές ήταν οι έρευνες του νευροψυχολόγου Raymond Mar και της ομάδας του στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, που, το 2006, εντόπισαν τον εγκεφαλικό μηχανισμό και την ψυχολογική λειτουργία των αφηγήσεων, οι οποίες λειτουργούν ως «προσομοιωτές πτήσεων» για τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις: όπως όταν κάποιος επιθυμεί να γίνει πιλότος αεροπλάνων οφείλει, επί μακρόν, να εκπαιδευτεί σε έναν επίγειο προσομοιωτή πτήσεων, έτσι η ακρόαση και η αφήγηση ιστοριών αποτελούν απαραίτητη προπαιδεία για τη σύναψη των κοινωνικών μας σχέσεων!
Το επόμενο αποφασιστικό βήμα έγινε από τις μελέτες του διάσημου Γάλλου νευροεπιστήμονα Στανισλάς Ντεέν (Stanislas Dehaene) και της Αμερικανίδας Μέριαν Γουλφ (Maryanne Wolf), επιφανούς ερευνήτριας των εγκεφαλικών υποδομών και των παθήσεων της αναγνωστικής λειτουργίας (δυσλεξία). Οι έρευνές τους, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, επιβεβαίωσαν πρώτη φορά επιστημονικά αυτό που ανέκαθεν υποψιάζονταν οι βιβλιοφάγοι, το ότι δηλαδή η ανάγνωση και η γραφή δεν αποτελούν εγκεφαλικά παθητικές ή προδιαγεγραμμένες δραστηριότητες, ούτε όμως «αθώες» και χωρίς συνέπειες πολιτισμικές καινοτομίες.
Πράγματι, χάρη σε αυτές τις πρωτοποριακές νευρολογικές κλινικές μελέτες και τις νευροαπεικονιστικές αναλύσεις έγινε εφικτή, από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, η ταυτοποίηση και η χαρτογράφηση των βασικών εγκεφαλικών δομών που ενεργοποιούνται πάντα κατά την αφήγηση, την ακρόαση ή την ανάγνωση και τη γραφή μιας ιστορίας. Ετσι διαπιστώθηκε ο αποφασιστικός ρόλος του μέσου και πλάγιου προμετωπιαίου φλοιού στο αριστερό και το δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας. Πρόκειται για αποφασιστικής σημασίας εγκεφαλικές δομές, που ενεργοποιούνται πρώτες επειδή είναι η έδρα της λεγόμενης δηλωτικής μνήμης (ή εργαζόμενης μνήμης), η καλή λειτουργία της οποίας συμβάλλει αποφασιστικά στο να αποκτούν συνοχή και πλοκή οι πολυάριθμες πληροφορίες που περιέχονται σε κάθε αφήγημα.
Οσο για τον ακριβή τοπολογικά εντοπισμό των εγκεφαλικών «κέντρων» που εμπλέκονται και ενεργοποιούνται για τη γλωσσική πρόσληψη, την ανάλυση και τη νοηματοδότηση των πολυάριθμων και ετερογενών πληροφοριών που υπάρχουν σε κάθε αφήγημα, οι μέχρι σήμερα σχετικές έρευνες δείχνουν σαφώς ότι αυτές οι πιο σύνθετες εγκεφαλικές διεργασίες διεκπεραιώνονται, εν μέρει, από άλλες εγκεφαλικές δομές και από ειδικά νευρωνικά κυκλώματα που βρίσκονται στην έλικα του προσαγωγίου, δηλαδή στη μέση μοίρα των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, ενώ για την ολοκληρωμένη και πιο αφαιρετική κατανόηση ενός περίπλοκου αφηγήματος απαιτούνται και οι «ανώτερες» δομές του μετωπιαίου φλοιού και των δύο εγκεφαλικών ημισφαιρίων.
Οι πιο πρόσφατες νευροαπεικονιστικές έρευνες, μάλιστα, αποκαλύπτουν τη μεγάλη αναδιοργανωτική δύναμη των συγγραφικών-αναγνωστικών πρακτικών στο να επηρεάζουν την αρχιτεκτονική των νευρωνικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου μας, τα οποία, με τη σειρά τους, αναδιατάσσονται δομικά και λειτουργικά για να διευκολύνουν και να ενισχύσουν αυτές τις δημιουργικές νοητικές δραστηριότητες. Χάρη στην εγγενή πλαστικότητα και τη διαρκή ευελιξία αυτών των νευρωνικών κυκλωμάτων, δηλαδή χάρη στην «ανοιχτή αρχιτεκτονική» του ο εύπλαστος εγκέφαλός μας κατάφερε, πριν από περίπου 6 έως 7 χιλιάδες χρόνια, να μετατραπεί σε μια εν δυνάμει «αναγνωστική μηχανή» των αφηγήσεων που ο ίδιος επινοεί.
Η βιβλιοθεραπεία ως θεραπευτική πρακτική
Συνεπώς, όπως όλα δείχνουν, τόσο ο γραπτός λόγος όσο και η αναγνωστική μας ικανότητα δεν προέκυψαν από κάποια γονίδια ή, έστω, από μια βιολογική προδιάθεση του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πρόκειται, αντίθετα, για επίκτητες νοητικές ικανότητες που επινοήθηκαν σχετικά πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία και ενσωματώθηκαν πολύ γρήγορα στη νοητική μας ταυτότητα επειδή αποτελούν δύο εξαιρετικά αποτελεσματικά κοινωνικά-επικοινωνιακά «τεχνάσματα», που συμβάλλουν στη βελτίωση της ζωής μας, ως ένα νοήμον κοινωνικό είδος. Ισως έτσι εξηγείται γιατί, πολύ συχνά, οι ικανότητες για γραφή και ανάγνωση κάθε ατόμου εξαρτώνται και ισορροπούν επισφαλώς ανάμεσα στις δύο μεταβλητές κάθε ανθρώπινης ύπαρξης: τη βιολογία του και τον πολιτισμό του.
Η μέχρι πρόσφατα καθαρά εμπειρική εικασία ότι η ανάγνωση βιβλίων επηρεάζει και, ενίοτε, βελτιώνει σημαντικά τις εγγενείς εγκεφαλικές-νοητικές μας ικανότητες, πρέπει να θεωρείται πλέον επαρκώς επιβεβαιωμένη και νευροεπιστημονικά. Υπάρχει όμως και μία άλλη εξαιρετικά επωφελής λειτουργία των συστηματικών αναγνωστικών πρακτικών, την οποία τείνουμε να την παραβλέπουμε ή να την υποβαθμίζουμε: ό,τι διαβάζουμε επηρεάζει βαθύτατα τον τρόπο που εννοούμε τον εαυτό μας, τους άλλους και το περιβάλλον μας.
Υπό αυτήν την έννοια ο χρόνος που «σπαταλάμε» για την ανάγνωση ενός αξιόλογου λογοτεχνικού κειμένου μάς προσφέρει, στο τέλος, εκτός από τις όποιες αισθητικές απολαύσεις και μια βαθύτερη επίγνωση του εαυτού μας και των άλλων. Επιπλέον, η πολλαπλώς επιβεβαιωμένη χαλαρωτική ψυχοσωματικά επίδραση κυρίως του έντεχνου λόγου στον εγκέφαλο της κάθε αναγνώστριας ή του κάθε αναγνώστη σχετίζεται στενότατα με το γεγονός ότι η ίδια η πράξη της ανάγνωσης απαιτεί την εστίαση της προσοχής τους αποκλειστικά στο κείμενο, ώστε ως αναγνώστες να παραδοθούν οικειοθελώς στη «μαγεία της διήγησης».
Διόλου περίεργο, λοιπόν, το ότι όλο και μεγαλύτερος αριθμός ψυχοθεραπευτών υιοθετούν ως θεραπευτική στρατηγική την αφήγηση ή την ανάγνωση κλασικών μυθιστορημάτων και παραμυθιών, με σκοπό να βοηθήσουν τις ή τους ασθενείς να αποστασιοποιηθούν από τα άμεσα προβλήματά τους και διά της επαναλήψεως να ξεπεράσουν τις επίμονες και αυτοκαταστροφικές ψυχοσωματικές διαταραχές τους. Για να καταλάβει κανείς πώς η ανάγνωση επιλεγμένων λογοτεχνικών διηγημάτων μπορεί να επιδρά στον νου των ψυχολογικά διαταραγμένων ενηλίκων, θα πρέπει να αναλογιστεί τη στάση των παιδιών απέναντι στα παραμύθια: τα παιδιά λατρεύουν να ακούνε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία, χωρίς παραλλαγές.
Αυτό συμβαίνει επειδή επαναλαμβάνοντας νοητικά τα τρομακτικά συμβάντα, τα πρόσωπα ή τις συμπεριφορές του αφηγήματος που τους δημιουργούν έντονο άγχος ή αμηχανία, τα παιδιά βρίσκουν τον αναγκαίο χρόνο για να θέσουν υπό έλεγχο και να συνειδητοποιήσουν ό,τι τα φοβίζει. Οσο για τη αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της λογοτεχνίας στα ενήλικα άτομα που υποβάλλονται σε βιβλιοθεραπεία, βασίζεται πιθανότατα σε έναν ανάλογο ψυχολογικό μηχανισμό, το ακριβές νευροεγκεφαλικό υπόστρωμα του οποίου δεν είναι γνωστό και απομένει να αποκαλυφθεί στο μέλλον από τις σχετικές νευροβιολογικές έρευνες.
