ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα τεστ ταχείας ανίχνευσης των αντιγόνων του κορονοϊού SARS-CoV-2, που είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε πολλές φορές κάθε μήνα, είτε μόνοι μας είτε στα φαρμακεία, δεν θεωρούνται καθόλου αξιόπιστη μέθοδος ανίχνευσης των πιθανών λοιμώξεων από τη νόσο Covid-19 και ακόμη λιγότερο των ασυμπτωματικών φορέων του κορονοϊού. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η αξιοπιστία τους σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπερβαίνει το 30%.

Παρ’ όλα αυτά υιοθετούνται και εφαρμόζονται μαζικά από τις κυβερνήσεις των περισσότερων χωρών αφενός για να ιχνηλατηθεί σε καθημερινή βάση η πορεία της επιδημίας σε έναν πληθυσμό και αφετέρου για να εξακολουθήσει να λειτουργεί η κοινωνική-εργασιακή ζωή την εποχή της πανδημίας.

Ωστόσο, όλα ανεξαιρέτως τα αυτοδιαγνωστικά τεστ ταχείας διάγνωσης, δηλαδή τα μη εργαστηριακά τεστ, δεν είναι σε θέση να ανιχνεύσουν εγκαίρως τις λοιμώξεις από τον κορονοϊό παρά μόνο όταν το ιικό φορτίο σε έναν οργανισμό είναι αρκετά μεγάλο, όταν δηλαδή είναι ήδη πολύ αργά και ο φορέας του κορονοϊού τον έχει ήδη μεταδώσει σε άλλους.

Εξάλλου, οι περιπτώσεις επιτυχίας αυτών των τεστ είναι πολύ περιορισμένες επειδή πολύ συχνά δίνουν εσφαλμένα αποτελέσματα για άτομα που ενώ στην πραγματικότητα είναι φορείς, βγαίνουν «ψευδώς αρνητικά». Με άλλα λόγια, πρόκειται για ιδιαίτερα επισφαλή διαγνωστικά τεστ τόσο ως προς την «ειδικότητά» τους, δηλαδή την ικανότητά τους να ανιχνεύουν όσους δεν είναι φορείς του κορονοϊού, όσο και ως προς την «ευαισθησία» τους, δηλαδή την ικανότητά τους να εντοπίζουν τους πραγματικούς φορείς του κορονοϊού.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την περιορισμένη «ειδικότητα» των τεστ, αυτή οφείλεται στο ότι αν ένα άτομο μολυνθεί όντως από τον κορονοϊό, αυτό εκδηλώνεται μόνο δύο ημέρες (48 ώρες) μετά τη λοίμωξη, οπότε δεν έχει κανένα νόημα να καταφεύγουμε σε αυτά τα τεστ αμέσως μόλις έχουμε την υποψία ότι μολυνθήκαμε επειδή ήρθαμε σε επαφή με ένα άτομο που είναι φορέας. Μόνο ύστερα από 48 ώρες η πιθανή λοίμωξη και η παρουσία του κορονοϊού μπορεί να ανιχνευτούν μέσω των πολύ πιο αξιόπιστων μοριακών εργαστηριακών τεστ!

Με άλλα λόγια, τα αυτοδιαγνωστικά τεστ ταχείας ανίχνευσης παρουσιάζουν εξαιρετικά μικρή ευαισθησία, ειδικότητα και άρα αξιοπιστία τόσο όταν βγαίνουν «θετικά» όσο και όταν βγαίνουν «αρνητικά» για όσους ή όσες υποβάλλονται σε αυτά, με ή παρά τη θέλησή τους.

Σε σύγκριση με τα εργαστηριακά τεστ μοριακής ανίχνευσης σε πραγματικό χρόνο (RT-PCR), τα οποία ανιχνεύουν με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια αν ένα άτομο είναι ή όχι φορέας του κορονοϊού, η μαζική προσφυγή στα εκ φύσεως ανακριβή αυτοδιαγνωστικά τεστ είναι όχι μόνο παραπλανητική αλλά και πολύ επικίνδυνη κοινωνικά, διότι δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας σε όσους ανεμβολίαστους ή και εμβολιασμένους τα κάνουν.

Υπό αυτήν την έννοια, η μαζική υιοθέτησή τους είναι όχι μόνο επιστημονικά ατεκμηρίωτη, αλλά ενδέχεται να αποδειχτεί και η αχίλλειος πτέρνα στις προσπάθειες των κοινωνιών μας για μια πιο ορθολογική διαχείριση της τρέχουσας υγειονομικής κρίσης.