ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανεξάρτητα από την επιδημιολογική κατάσταση της πόλης ή και της χώρας στην οποία βρίσκεται ένα σχολείο, όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας -μαθητές, δάσκαλοι και το υπόλοιπο σχολικό προσωπικό- οφείλουν να φοράνε διαρκώς χειρουργική μάσκα μέσα στους χώρους του σχολείου, ακόμη και όσοι από αυτούς έχουν ήδη εμβολιαστεί ή νοσήσει.

Επίσης, η χρήση της χειρουργικής μάσκας, καθώς και η αυστηρή τήρηση των άλλων μέτρων υγειονομικής προστασίας -όπως π.χ. η αποφυγή σωματικών επαφών και η τήρηση της απόστασης ασφαλείας- θα πρέπει αυτονόητα να θεωρούνται ως υποχρεωτικά μέτρα και για όλους όσοι εισέρχονται και παραμένουν για λίγο εντός του σχολικού χώρου.

Τι ισχύει, όμως, για τα νήπια ηλικίας κάτω των 6 ετών ή για τους μεγαλύτερους μαθητές (ηλικίας από 6 έως 17 ετών), οι οποίοι, έχοντας διαγνωσμένα προβλήματα υγείας, δεν επιτρέπεται να φοράνε την προστατευτική μάσκα; Ή με τους μαθητές που διαθέτουν βεβαίωση ανοσίας στον κορονοϊό, επειδή έχουν ήδη μολυνθεί ή και νοσήσει ελαφρά από την Covid-19 τους τελευταίους 6 μήνες; Μάταια θα αναζητούσατε σαφείς οδηγίες για αυτές τις περιπτώσεις.

Σε ό,τι αφορά, τώρα, τους σοβαρούς κινδύνους διάδοσης του κορονοϊού από την καθημερινή, πολύωρη παραμονή των μαθητών στις τάξεις τους, η διεύθυνση των σχολείων οφείλει να προνοήσει ώστε όλες οι σχολικές αίθουσες να αερίζονται επαρκώς, για να αποφεύγεται η συγκέντρωση σε αυτές των μολυσματικών μικροοργανισμών, των διάφορων ιών, διοξειδίου του άνθρακα κ.ά., που, ως γνωστόν, επιβαρύνουν σοβαρά την υγεία τόσο των μαθητών όσο και του διδακτικού προσωπικού.

Επομένως, περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, φέτος το σχολικό προσωπικό θα πρέπει να φροντίζει για τη διαρκή ανανέωση -με φυσικά ή μηχανικά μέσα- του αέρα στις σχολικές αίθουσες.

Επιπλέον, το προσωπικό κάθε σχολείου οφείλει να επιβλέπει και να ρυθμίζει επακριβώς τις ομαδικές μετακινήσεις και τις δραστηριότητες των μαθητών κατά την είσοδο, την παραμονή και την έξοδό τους στους σχολικούς χώρους, τόσο στις κλειστές αίθουσες διδασκαλίας όσο και στους ανοιχτούς χώρους, δηλαδή στα διαλείμματα μεταξύ των μαθημάτων. Μια ανθρωποθάλασσα από μαθητές, η πυκνότητα και η ροή της οποίας θα πρέπει να προγραμματίζεται και να ρυθμίζεται προκαταβολικά καθημερινά, ώστε με τις ετεροχρονισμένες δραστηριότητες των διαφόρων σχολικών τμημάτων να αποφεύγεται ο υπερβολικός συνωστισμός των μαθητών.

Τραγικά απροετοίμαστοι και τη δεύτερη χρονιά

Διαβάζοντας τα σχετικά «ενημερωτικά» δελτία και τα υγειονομικά πρωτόκολλα (που ακόμη δεν έχουν σταλεί στα σχολεία!), διαπιστώνει κανείς αμέσως ότι η κυβέρνηση επέλεξε να ανοίξει φέτος τα σχολεία με πιο ασαφή μέτρα προστασίας και πιο ελαστικά υγειονομικά πρωτόκολλα από τα περσινά.

Παρ’ όλα αυτά, δείχνει αποφασισμένη να μην κλείσει καμία τάξη ή καμία σχολική μονάδα, ακόμη κι αν εμφανιστούν σε αυτές αρκετά κρούσματα κορονοϊού, προσδιορίζοντας μάλιστα προκαταβολικά πόσα επιβεβαιωμένα κρούσματα απαιτούνται (50% συν 1) για να μπορεί η αρμόδια σχολική αρχή να αποφασίζει για το αντίθετο: να θέσει σε καραντίνα μία ολόκληρη τάξη, ένα σχολικό τμήμα ή και ολόκληρο το σχολείο.

Τι θα συμβεί, ωστόσο, στην περίπτωση που σε μία ή περισσότερες τάξεις ενός σχολείου εμφανιστεί ένας λίγο μικρότερος αριθμός επιβεβαιωμένων κρουσμάτων με ή χωρίς σοβαρά συμπτώματα μόλυνσης από τον κορονοϊό;

Σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται μόνο το προφανές: τα μεμονωμένα άτομα που έχουν μολυνθεί πρέπει να απομακρύνονται αμέσως από το σχολείο και να παραμένουν σε «υποχρεωτική καραντίνα» στο σπίτι. Χωρίς, εντούτοις, να προβλέπεται η «προληπτική καραντίνα» και για όλα τα άτομα με τα οποία ήρθαν σε επαφή στο σχολείο οι επιβεβαιωμένοι φορείς του κορονοϊού! Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για προληπτικά αλλά για κατασταλτικά μέτρα, που θα εφαρμόζονται εκ των υστέρων.

Ετσι, τουλάχιστον στην αρχή της νέας σχολικής χρονιάς, θα δούμε μάλλον λιγότερες μαζικές καραντίνες και πολύ περισσότερους υποχρεωτικούς αυτοδιαγνωστικούς ελέγχους από πέρυσι: δύο self tests την εβδομάδα, τα οποία και θα παρέχονται δωρεάν στους μαθητές, αλλά όχι και στους εκπαιδευτικούς που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως. Οι τελευταίοι οφείλουν να πληρώνουν οι ίδιοι τα δύο εβδομαδιαία rapid tests, τα οποία θα πρέπει να είναι αρνητικά για να μπορούν να πηγαίνουν στην εργασία τους.

Επομένως, δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται ως «καταστροφολόγοι» και με περισσή ελαφρότητα να απαξιώνονται από τα περισσότερα ΜΜΕ όσοι επιστήμονες -ειδικοί ιολόγοι, ανοσολόγοι και επιδημιολόγοι- προβλέπουν και με επιστημονικά τεκμηριωμένα επιχειρήματα υποστηρίζουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, το άνοιγμα των σχολείων θα αποτελέσει μια επιπρόσθετη και σοβαρή πηγή νέων μολύνσεων, που, πολύ σύντομα, θα αποτυπωθούν στην «απρόσμενη», κατά τα άλλα, αύξηση των κρουσμάτων της νόσου Covid-19.

Αραγε, ποιος θα αναλάβει τη νομική, επιστημονική και τελικά πολιτική ευθύνη, όταν, πολύ σύντομα φέτος, θα εμφανιστούν τα πρώτα σοβαρά περιστατικά ανεξέλεγκτης διάδοσης του κορονοϊού στα σχολεία, εξαιτίας, όχι τόσο του κορονοϊού, αλλά της ανεπάρκειας και της ασάφειας των εξαγγελθέντων μέτρων για την προστασία των μαθητών, των εκπαιδευτικών και του σχολικού προσωπικού;