Στοχευμένο και όχι γενικό εμβολιασμό του πληθυσμού αποφάσισε η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών για την προστασία από την ευλογιά των πιθήκων. Ετσι θα εμβολιάζονται προληπτικά άτομα που εργάζονται σε χώρους με αυξημένο επαγγελματικό κίνδυνο έκθεσης στον ιό, όπως ερευνητικά εργαστήρια, καθώς και μετά την έκθεση (εντός 4 ημερών) άτομα που είχαν στενή επαφή με κρούσμα, όπως άτομα του στενού περιβάλλοντος και ιατρονοσηλευτικό προσωπικό.
Η ευλογιά των πιθήκων (monkeypox), σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι μια σπάνια ιογενής εξανθηματική νόσος η οποία μεταδίδεται από άγρια ζώα (κυρίως τρωκτικά) που βρίσκονται σε περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Αφρικής. Σπανίως η μετάδοση της νόσου γίνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της επαφής με δερματικές βλάβες ή σωματικά υγρά καθώς και μέσω αναπνευστικών σωματιδίων μετά από παρατεταμένη στενή επαφή σε μικρή απόσταση. Η μεταδοτικότητα της νόσου είναι μικρή. Η ανάρρωση είναι συνήθως πλήρης μέσα σε λίγες εβδομάδες, καθώς η νόσηση είναι συνήθως ήπια και αυτοπεριοριζόμενη.
Ο ιός της ευλογιάς των πιθήκων είναι συγγενικός με τον ιό της ευλογιάς, νόσο που έχει εκριζωθεί από τον πλανήτη από το 1980 ύστερα από ένα επιτυχημένο παγκόσμιο πρόγραμμα εμβολιασμού. Στη χώρα μας ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς (δαμαλισμός) σταμάτησε τη δεκαετία του 1970. Ατομα ηλικίας άνω των 50 ετών έχουν κατά πάσα πιθανότητα εμβολιαστεί και αναμένεται να έχουν κάποιον βαθμό προστασίας, παρ’ ότι τα υπάρχοντα δεδομένα δεν επιτρέπουν ακριβείς εκτιμήσεις.
Τα μέτρα προφύλαξης περιλαμβάνουν την τήρηση των μέτρων ατομικής υγιεινής και την αποφυγή της στενής επαφής με ύποπτα κρούσματα. Σχετικές οδηγίες έχουν εκδοθεί από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας.
Ειδικό εμβόλιο έναντι του ιού της ευλογιάς των πιθήκων έως σήμερα δεν υπάρχει, ωστόσο το εμβόλιο έναντι της ευλογιάς αναμένεται να παρέχει προστασία. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει αδειοδοτήσει το τροποποιημένο εμβόλιο κατά της ευλογιάς (Imvanex), το οποίο περιέχει ζώντες εξασθενημένους μη πολλαπλασιαζόμενους ιούς και μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως σε δύο δόσεις, με μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων, από την ηλικία των 18 ετών όπως και σε ανοσοκατασταλμένα άτομα.
