Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για τις υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν στη χώρα μας το μήνα Μάιο, μίλησε ο Σωτήρης Τσιόδρας, κατά τη σημερινή ενημέρωση για την εξέλιξη της νόσου του νέου κορονοϊού στη χώρα μας.

Όπως είπε ο λοιμωξιολόγος, το lockdown δεν ευθύνεται για την άνοδο της θερμοκρασίας και επικαλούμενος καθηγητή φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον οποίο μίλησε σήμερα, τόνισε ότι η κλιματική αλλαγή είναι φαινόμενο μακροχρόνιο κι επανέλαβε την άποψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ότι δηλαδή μπορούμε να κολλήσουμε τον ιό ανεξάρτητα από τις εξωτερικές θερμοκρασίες.

«Η άμεση έκθεση στον ήλιο και η θερμοκρασία πάνω από 25 βαθμούς δεν έχει προληπτική δράση απέναντι στον κορονοϊό», ανέφερε ακόμη ο Σ. Τσιόδρας εν όψει του ζεστού τριημέρου, κατά το οποίο αναμένεται αρκετοί πολίτες να αναζητήσουν δροσιά στις παραλίες και τόνισε: «Ας προσέξουμε να έχουμε υγιεινές στρατηγικές αυτές τις ημέρες. Να παραμείνουμε ψύχραιμοι, σοβαροί, να δείξουμε συνέπεια, να βοηθήσουμε όλοι μαζί να ορθοποδήσουμε. Η αλλαγή της συμπεριφοράς που μας επιβάλει ο νέος ιός δεν είναι καταναγκαστικό μέτρο είναι μέτρο προστασίας όλων».

Ο κ. Τσιόδρας επέμεινε ότι ο λόγος που δεν έχουμε ακόμα εξάπλωση του κορονοϊού στη χώρα είναι όχι γιατί ο ιός έχασε τη δύναμή του, αλλά γιατί με τη συμπεριφορά μας, με την τήρηση των μέτρων, κρατήσαμε την κυκλοφορία του σε χαμηλά επίπεδα και σιγά σιγά αν μείνουμε έτσι σβήνει, αλλά όμως δεν έχει εξαφανιστεί.

Ειδικές στρατηγικές και επαγρύπνηση απαιτούν εστίες με ευάλωτους πληθυσμούς, επανέλαβε ο επικεφαλής της επιτροπής του υπουργείου Υγείας για τον κορονοϊό, εκτιμώντας ότι «θα αντέξουμε» μεν, μην κρύβοντας όμως την ανησυχία του να μη γίνει πρακτικά αδύνατο να εφαρμοστούν αυτές οι στρατηγικές σε ενδεχόμενο ταυτόχρονης έξαρσης επιδημιών σε πολλά μέρη.

«Εστίες με ευάλωτους πληθυσμούς όπως οι οικισμοί Ρομά στη Λάρισα και αλλού, χώροι φιλοξενίας προσφύγων, οι φυλακές, οι οίκοι ευγηρίας απαιτούν ειδικές στρατηγικές και συνεχή επαγρύπνηση, επιτήρηση, παρακολούθηση και άμεση παρέμβαση σε επείγουσες καταστάσεις» τόνισε. «Ξέρετε πόσο καιρό θα πάρει να μειώσουμε μία επιδημία που αφορά 1000 άτομα σε μια περιοχή και να την φθάσουμε σε μονοψήφιους αριθμούς», διερωτήθηκε. «Να κατεβάσουμε, δηλαδή, το περίφημο Ρ0 στο 0,5 ώστε να σβήσει; Θα πάρει περίπου 30-35 μέρες, παίρνοντας όλα τα μέτρα. Εξακολουθεί λοιπόν να παραμένει δρόμος αντοχής. Μακάρι να υπάρξει κάποια τεράστια αλλαγή στον ιό που θα ανατρέψει τις ισορροπίες».

Όμως αυτό δεν φαίνεται πιθανό αυτή τη στιγμή, όπως υποστήριξε, και πρόσθεσε ότι θα συνεχίσουμε να ανιχνεύουμε μεμονωμένα περιστατικά της νόσου και επιδημίες και να τις καταπολεμούμε στις τοπικές τους εστίες. «Με ανησυχεί να μη γίνει πρακτικά αδύνατο αυτό έχοντας ταυτόχρονα πολλαπλές επιδημίες σε πολλά μέρη, οι οποίες θα ξαναδοκιμάσουν την επάρκεια του συστήματος, την άρση των μέτρων, τη δυνατότητα να επιστρέψουμε σε μερική κανονικότητα. Δεν τελείωσε η πανδημία», τόνισε με έμφαση ο καθηγητής Τσιόδρας και επεσήμανε ότι είναι πρόωρο να πούμε ότι η πανδημία τελειώνει στη χώρα μας. Όπως ανέφερε, είναι σωστότερο να πούμε ότι έχει υποχωρήσει το πρώτο κύμα, αλλά σίγουρα δεν τελείωσε. Παράλληλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι αν «το 60-70% του πληθυσμού στη χώρα μας συμμορφωθεί με τα μέτρα, θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε μια καλή εικόνα όσον αφορά τα κρούσματα, έως ότου έχουμε ένα αποτελεσματικό εμβόλιο».

Αναφερόμενος στα τεστ αντισωμάτων, ο κ. Τσιόδρας επέμεινε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάγνωση, καθώς στην οξεία φάση της νόσου δίνουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα και αναγνώρισε ως μόνο αξιόπιστο τον μοριακό έλεγχο. 

Για τα σενάρια περί χρήσης εμβολίων κατά προτεραιότητα, ο καθηγητής δήλωσε ότι «δεν υπάρχει χώρος για κοινωνικές ανισότητες, όλα τα έθνη πρέπει να έχουν ισότιμη πρόσβαση σε οποιαδήποτε εξέλιξη αφορά στον νέο ιό, δεν θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης το εμβόλιο».

Για τη νόσο Kawasaki που πλήττει παιδιά, ο κ. Τσιόδρας είπε ότι οι ειδικοί δεν έχουν καταλήξει αν υπάρχει σχέση αιτίου αιτιατού και δεν διέψευσε ούτε επιβεβαίωσε αλληλεπίδρασης της νόσου με τον κορονοϊό. «Χρειάζεται επαγρύπνηση», επανέλαβε, «στην Ελλάδα δεν έχουμε δει κάτι αντίστοιχο».