Έπειτα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που χρησιμοποιήθηκε ως χώρος φιλοξενίας προσφύγων-μεταναστών το λιμάνι του Πειραιά άδειασε, καθώς τις τελευταίες ημέρες αναχώρησαν και οι περίπου 850 πρόσφυγες που είχαν απομείνει σε αυτό. Κάποιοι από αυτούς πήγαν σε Κέντρα Φιλοξενίας στα Οινόφυτα Βοιωτίας και στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, ενώ κάποιοι άλλοι σε χώρους -όχι οργανωμένους- που επέλεξαν οι ίδιοι.
Με αφορμή την εκκένωση του λιμανιού, ο αντιπεριφερειάρχης Πειραιά Γιώργος Γαβρίλης, που ήταν ένας από αυτούς που συμμετείχε ενεργά όλο αυτό το χρονικό διάστημα στην αντιμετώπιση του έκτακτου προβλήματος που είχε προκύψει για το λιμάνι, ευχαρίστησε όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή την τεράστια προσπάθεια, κάνοντας ιδιαίτερα αναφορά στην Παμπειραϊκή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης και τους εθελοντές, που την στήριξαν και συνέδραμαν μέχρι την τελευταία ώρα.
Κάνοντας μια μικρή αναδρομή από το 2015 μέχρι και σήμερα ο Γ. Γαβρίλης τόνισε:
Από τον Ιούνιο του 2015 πέρασαν από το λιμάνι του Πειραιά περίπου 1.000.000 πρόσφυγες. Τους πρώτους μήνες η Παμπειραϊκή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης, με πολλούς εθελοντές, κατάφερε να προσφέρει βοήθεια σε αυτούς τους ανθρώπους κατά τη διέλευσή τους από το λιμάνι. Όμως, από τον Φεβρουάριο του 2016, οπότε έκλεισαν τα βόρεια σύνορα της χώρας το λιμάνι του Πειραιά μετατράπηκε σε ένα χώρο αναγκαστικής παραμονής χιλιάδων προσφύγων ενώ εκείνο το διάστημα λειτούργησε και η Δομή Φιλοξενίας στο Σχιστό. Υπήρχαν ημέρες που σε αυτούς τους δύο χώρους βρίσκονταν πάνω από 9.000 πρόσφυγες και οι δυσκολίες στην διαχείριση του θέματος άρχισαν να εντείνονται.
Σε αυτό το χρονικό σημείο, η Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού σε απόλυτη συνεργασία με την Αλληλεγγύη Πειραιά και την ουσιαστική συνδρομή όλων των επιστημονικών φορέων, επαγγελματικών συλλόγων, καταστηματαρχών κ.α. προχώρησε σε μια μεγάλη κινητοποίηση στήριξης των προσφύγων. Αυτή η κινητοποίηση, η ενότητα και η ευαισθητοποίηση των φορέων και των πολιτών διαμόρφωσε τη πολιτική θωράκιση, που χρειάστηκε για να απομονωθούν οι μεμονωμένες φωνές, που επιχείρησαν να δηλητηριάσουν τις τοπικές κοινωνίες ενισχύοντας τη ξενοφοβία και τον ρατσισμό, στα οποία επενδύουν τα νεοναζιστικά μορφώματα.
