Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μία μαζική και γεμάτη παλμό αντιφασιστική πορεία πραγματοποιήθηκε στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης το προηγούμενο Σάββατο, έπειτα από σοβαρές καταγγελίες που έγιναν το τελευταίο διάστημα για επαναλαμβανόμενα περιστατικά ρατσιστικής βίας σε βάρος ανήλικων προσφύγων που ζουν σε δομές στην περιοχή.

Εφηβοι αλλά και μικρότερα παιδιά, μακριά από τις οικογένειες και τους φίλους τους, νιώθουν και πάλι φόβο στη χώρα όπου αναζήτησαν ασφάλεια, έχοντας αυτή τη φορά απέναντί τους, αντί για βόμβες και σφαίρες, μια κρατική πολιτική που αδιαφορεί και παράλληλα ενισχύει τα ακροδεξιά αντανακλαστικά τμημάτων της κοινωνίας, μετατρέποντάς τους σε στόχους ρατσιστικής βίας.

Οπως καταγγέλλει στην «Εφ.Συν.» εργαζόμενη σε ΜΚΟ στην περιοχή του Ωραιοκάστρου (σ.σ. τα στοιχεία της είναι στη διάθεση της εφημερίδας), μόνο το τελευταίο διάστημα έχει μετρήσει τρία περιστατικά, μεταξύ αυτών επιθέσεις από ομάδες νεαρών και λεκτική βία από οδηγό λεωφορείου που εκτελεί το δρομολόγιο προς το Ωραιόκαστρο. Σύμφωνα μάλιστα με όσα λέει, αποτελούν μέρος μιας ανησυχητικής και διαρκώς εντεινόμενης κανονικότητας.

«Τον προηγούμενο μήνα άρχισαν κάποια παιδιά από το Κέντρο Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων του ΔΟΜ στην Ανω Πόλη εδώ να αναφέρουν ότι δέχονται λεκτικές ρατσιστικές επιθέσεις μέσα στο λεωφορείο με το οποίο μετακινούνται από άλλα παιδιά με καταγωγή από την Ελλάδα. Στην αρχή δεν με θορύβησε ιδιαίτερα γιατί δεν είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά. Ωστόσο, τα περιστατικά αυτά άρχισαν να πληθαίνουν και έμαθα πως και άλλα παιδιά από άλλη δομή εκεί κοντά αναφέρουν τα ίδια πράγματα. Αλλο να γίνεται μία φορά τον μήνα, άλλο καθημερινά.

»Ενα βράδυ λοιπόν μέσα στο λεωφορείο 56, με το οποίο επέστρεφαν κάποια παιδιά από τη δομή, επαναλήφθηκε ανάλογο περιστατικό, με τον οδηγό όπως πάντα να μην αντιδρά. Μόνο που αυτή τη φορά η βία που ασκήθηκε ήταν και σωματική, αφού, κατεβαίνοντας τα παιδιά από το λεωφορείο προκειμένου να γυρίσουν στη δομή, τα άλλα παιδιά, αυτά που μέχρι εκείνη την ώρα εξαπέλυαν λεκτική επίθεση, κατέβηκαν και αυτά ακολουθώντας τα και τα χτύπησαν, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά», λέει στην «Εφ.Συν.» η εργαζόμενη.

Η ίδια αναφέρεται σε ακόμα ένα περιστατικό το οποίο ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό κλιμάκωσης καθώς, όπως σημειώνει, «κάποιον καιρό μετά, γύρω στις 10 Σεπτεμβρίου, ενημερώνομαι ότι έξι παιδιά από τη δομή της Ανω Πόλης, μαζί με τον εκπαιδευτικό τους, είχαν μία κοινή αθλητική δραστηριότητα με τα παιδιά της δομής του Ωραιοκάστρου. Ετσι πήγαν να πάρουν το ίδιο λεωφορείο, το 56. Την ώρα που μπήκαν ο οδηγός σηκώθηκε επιδεικτικά να ελέγξει τα εισιτήρια των παιδιών, με τον εκπαιδευτικό να εξηγεί ότι τα παιδιά έχουν πάντα εισιτήριο. Τότε ο οδηγός άρχισε να φωνάζει ότι έχει δεχτεί απειλές και ότι κινδυνεύει, λέγοντας μάλιστα καταφανώς ψέματα ότι απειλείται και εκείνη τη στιγμή, ενώ τα παιδιά δεν είχαν καν μιλήσει. Σταμάτησε το λεωφορείο, κάλεσε την αστυνομία, η οποία πήγε, κατέγραψε το περιστατικό από την πλευρά του και είπε στα παιδιά και τους ανθρώπους της δομής (είχε έρθει και δικηγόρος) “ο οδηγός δεν θέλει να δώσει συνέχεια, ας το λήξουμε εδώ”, παίρνοντας το μέρος του».

Τραυματισμοί

Το τελευταίο περιστατικό που περιγράφει είναι και το πιο ανησυχητικό, καθώς πλέον καταγράφεται επίθεση ντόπιων ενήλικων απέναντι σε ασυνόδευτα προσφυγόπουλα. «Λίγες μέρες μετά, έμαθα ότι τέσσερα παιδιά από τη δομή της ΑΡΣΙΣ είχαν πάει βόλτα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου που πηγαίνουν καθημερινά και παίζουν. Εκείνη τη μέρα είχε ένα γλέντι εκεί από τους Ποντιακούς Συλλόγους. Τα παιδιά 13-16 χρόνων πήγαν να χαζέψουν το γλέντι και τους την έπεσαν καμιά 30αριά άτομα ενήλικα και τους χτύπησαν. Στον έναν έσπασαν τη μύτη, ο άλλος έκανε ράμματα στα χείλια, στον τρίτο του έσπασαν ένα μπουκάλι στο κεφάλι. Ευτυχώς το πιο μικρό δεν χτυπήθηκε, αλλά φυσικά έχει επηρεαστεί ψυχολογικά. Η δικηγόρος της δομής ήθελε να κάνει μήνυση, ωστόσο δεν την άφησαν από τη δομή. Γιατί; Γιατί είναι από την περιοχή» (σ.σ. παρά την απροθυμία, σύμφωνα με πληροφορίες υπάρχει αυτεπάγγελτη μήνυση και σχηματίζεται δικογραφία).

Με την τελευταία αυτή φράση, η εργαζόμενη περιγράφει με λίγες λέξεις πώς η κρατική αδράνεια και η σιωπή των ίδιων των οργανώσεων αφήνουν απροστάτευτα τα πιο ευάλωτα παιδιά, την ώρα μάλιστα που τα περιστατικά ρατσιστικής βίας εντείνονται χωρίς καν να διερευνώνται. Συγκεκριμένα αυτό που προβληματίζει έντονα, όπως καταγγέλλει η ίδια, είναι η μη αντίδραση των υπευθύνων της δομής όπου ζουν τα θύματα, οι οποίοι, αντί να αναδείξουν δημόσια τα περιστατικά και να προστατεύσουν τα παιδιά, επιλέγουν να τα συγκαλύψουν, φοβούμενοι το κόστος της έκθεσης: «Οι δομές δεν ενημέρωσαν καν τους υπεύθυνους για τα συγκεκριμένα παιδιά. Ωστόσο για το πρώτο περιστατικό ενημερώθηκε και η αστυνομία -το τμήμα ρατσιστικής βίας- αλλά και ο Δήμος Ωραιοκάστρου. Πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση κατά την οποία οι κρατικές αρχές είπαν ότι θα επιληφθούν, χωρίς ωστόσο να συμβαίνει τίποτα επί της ουσίας. Να σημειωθεί ότι το ένα από τα παιδιά που επιτίθενται στους ανήλικους πρόσφυγες είναι γιος αστυνομικού του τμήματος της περιοχής».