Στα αδέσποτα
στους άστεγους
στους διαγραμμένους του ΚΚΕ
σ’ αυτούς που έφυγαν από ιατρικό ή τροχαίο λάθος
σ’ αυτούς που στο ληξιαρχείο στο όνομα πατρός γράφει «άγνωστος»
στις κοπελίτσες της επαρχίας που γράφουν κρυφά το βράδυ ποιήματα
στους «εξαφανισμένους» της Λατινικής Αμερικής
και σε όλους τους πρόσφυγες του πολέμου και της φτώχειας
Πριν από μερικά χρόνια στην πλατεία μπροστά στον σταθμό του τρένου ζούσαν ειρηνικά μια αγέλη σκυλιά, τα «αδέσποτα» που λένε. Εκεί είχαν μαζευτεί διάφορες ράτσες. Αλλα από διαλυμένες οικογένειες, άλλα που όταν ήταν μικρά, χαριτωμένα και έτρωγαν λίγο, τα είχαν να παίζει το μωρό τους και κάποια που δεν άντεχαν τους σκυλοκαβγάδες των μεγάλων, πήδηξαν τα κάγκελα και εξαφανίστηκαν. Η βέβαιη αλήθεια είναι πως κανείς δεν το ζήτησε.
Τελευταία είχε αριβάρει και μια σκυλίτσα που την κοπάνησε απ’ το κομμωτήριο που την είχε πάει η κυρία της για κούρεμα-λούσιμο-χτένισμα και η οποία αφού μύρισε, αλήτεψε, βρέθηκε στην παρέα όπου η υποδοχή ιδιαίτερα απ’ τα αρσενικά ήταν ενθουσιώδης.
Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν κι ένας φιλοσοφημένος που δεν άργησε να γίνει δικός μου. Η αλήθεια είναι ότι κάποτε που πήγα να τον χαϊδέψω τραβήχτηκε παραπέρα, περήφανα αλλά φιλικά, και κάποια μέρα που αγόρασα μπισκότα και τα έβαλα μπροστά του (απ’ το περίπτερο του Βαφειάδη) αυτός δεν τ’ ακούμπησε. Βέβαια, δεν πήγαν χαμένα.
Κάποτε έτυχε να περάσει κάποια κυρία που κρατούσε με αλυσίδα τη σκυλίτσα της και της φορούσε μάλιστα και ζακετάκι ζακάρ. Ο «δικός μου» έτρεξε από πίσω της, άρχισε να τη μυρίζει και να της λέει σιγανά: «γαβ, γαβ, αβ, αβ, γγ» (μ’ αρέσεις πολύ!)
Η κυρία έντρομη έκανε κίνηση ότι θα κλοτσήσει, μετά άνοιξε το βήμα της, τραβώντας την αλυσίδα και ρίχνοντας ένα «ουστ βρομόσκυλο». Φεύγοντας όμως άκουσε τη σκυλίτσα να λέει: «γαβ, αβ, γ.γ., γαβ» (η σκύλα, μια ζωή με έχει στη στέρηση!).
Και τώρα προσέξτε, δεν είναι ψέματα! Ο φίλος μου ο Κανέλλος -έτσι τον έχω βγάλει, γιατί συνέχεια το ίδιο χρώμα κοστούμι φοράει- ήταν πάντα καλοταϊσμένος. Μάλιστα η απορία μου μεγάλωνε, γιατί όταν τα άλλα με το που ανοίγανε τα μάτια τους έπαιρναν τον δρόμο για τα σκουπίδια των γειτονικών φαγάδικων και ψάχνανε για αποφάγια, ο δικός μου τι έκανε; Κοίταζε, και όταν ερχόταν το τρένο των 07.12 απ’ την Κηφισιά, τρύπωνε στην αποβάθρα και χανόταν γρήγορα στα τελευταία βαγόνια και ξάπλωνε κάτω απ’ τα καθίσματα, ακίνητος και χωρίς ανάσα.
Στην αρχή αναστατώθηκε το προσωπικό του σταθμού και ο κόσμος, έτρεξαν, έψαξαν. Εν τω μεταξύ γέμισε το τρένο με επιβάτες, έγινε επικίνδυνη η καθυστέρηση για ατύχημα και έφυγε.
Ο κόσμος που συνήθως την ίδια ώρα είναι ο ίδιος άρχισε να το συνηθίζει και να το απολαμβάνει. Εξάλλου, παράπονο ή ενόχληση δεν ακούστηκε.
Και τώρα προσέξτε: Ο Κανέλλος κατέβαινε πάντα στην Ομόνοια. Πώς γινόταν άραγε αυτό; Να έβλεπε τα κίτρινα πλακάκια, την επένδυση δηλαδή του σταθμού εκεί, που ήταν λίγο δύσκολο; Μήπως μετρούσε τις στάσεις; Αλήθεια, πώς είναι οι αριθμοί στα σκυλίσια; (Τους αριθμούς δεν τους έχω μάθει).
Κατέβαινε λοιπόν απ’ το τρένο, ανέβαινε τα σκαλοπάτια και έβγαινε από τη σωστή έξοδο της οδού Αθηνάς με φόντο την Ακρόπολη και σταματούσε βέβαια στη χασαπαγορά.
Ετρωγε το καλύτερο που έβρισκε ή του δίνανε, αφού τον είχαν μάθει, και όταν τέλειωνε έπαιρνε τον ίδιο δρόμο, έκανε το ίδιο δρομολόγιο και γύριζε στην παρέα του ήσυχος.
Ωσπου κάποια μέρα εξαφανίστηκαν ΟΛΑ.
Πού να σας πήγαν άραγε;
Εφτιαξαν και για σας hotspot;
Ή σας έριξαν σε ακατοίκητο νησί;
Γαβ, αβ, αβ, γαβ, γ.γ.γ.γ… μώτο!
(Είστε αδέλφια μου, σας αγαπώ!)
Μετάφραση απ’ τα σκυλίσια: Ροδόλφος Στ.
