Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα χέρια του έχει ήδη ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου τη λεγόμενη «ενδιάμεση έκθεση του ΟΟΣΑ», η οποία περιλαμβάνει «οδηγίες-συμβουλές» για τις αναγκαίες, σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό, κυβερνητικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση της χώρας μας.

Κατά τη «Διαύγεια», ο τίτλος αυτής είναι «Εστιασμένη μελέτη επισκόπησης της ανάπτυξης και εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα» και, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου, αναμένεται να παρουσιαστεί, το αργότερο, τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η «ενδιάμεση έκθεση» περιλαμβάνει τα εξής έξι σημεία:

1. Διαδικασίες διαμόρφωσης του προϋπολογισμού των δαπανών για την εκπαίδευση.

2. Τρόπους για την αύξηση της παιδαγωγικής αυτονομίας (α) των σχολείων και (β) των Πανεπιστημίων και άλλων μεταλυκειακών θεσμών. Διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ, τόσο επί της παιδαγωγικής όσο και της οικονομικής αυτονομίας, ενώ προτείνεται η αυτοαξιολόγηση.

3. Κατάρτιση και ανάπτυξη για αποτελεσματική σχολική διοίκηση-επιμόρφωση των στελεχών της εκπαίδευσης. Γίνεται αναφορά στη διαδικασία επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα προτείνεται η ανάγκη για δικτύωση ανάμεσα σε παλαιούς και νεότερους εκπαιδευτικούς, για τη διάχυση της εκπαιδευτικής εμπειρίας.

4. Ανάπτυξη ολοήμερων σχολείων.

5. Συγκρότηση ενός Ενιαίου Δημόσιου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας – Διασύνδεσηςμεταξύ ερευνητικών ινστιτούτων, Πανεπιστημίων και Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

6. Διαδικασίες για την αξιόπιστη παρακολούθηση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης.

Επικαιροποίηση

Το υπουργείο Παιδείας επισημαίνει ότι η έκθεση του ΟΟΣΑ του 2011 ακυρώθηκε κατόπιν διαπραγμάτευσης της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου με τον ΟΟΣΑ τον Φλεβάρη του 2016 και συμφωνήθηκε τότε να συνταχθεί ενδιάμεση έκθεση του ΟΟΣΑ.

Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τα περί ακύρωσης της έκθεσης του 2011, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι στην απόφαση για την ανάθεση του έργου στον ΟΟΣΑ αναφέρεται:

«Η μελέτη επισκόπησης της εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα θα βασιστεί στην αντίστοιχη έκθεση αναθεώρησης που πραγματοποίησε ο ΟΟΣΑ το 2011, η οποία και θα επικαιροποιηθεί προκειμένου να στηρίξει την Ελλάδα στις προσπάθειές της να διασφαλίσει τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του τομέα της εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε., στο πλαίσιο του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ενωσης…».

Η δήλωση Γαβρόγλου

Σε δήλωσή του σχετικά με τον ΟΟΣΑ και την έκθεσή του για την εκπαίδευση στη χώρας μας, ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου σημείωσε το εξής:

«Ο ΟΟΣΑ δεν επιβάλλει πολιτικές. Ο ΟΟΣΑ είναι ένας επιστημονικός οργανισμός, ξέρουμε την ιστορία του, ο ΟΟΣΑ είναι ένας οργανισμός στον οποίο συνυπάρχουν διαφορετικών ιδεολογικών και πολιτικών προελεύσεων τεχνοκράτες και ο ΟΟΣΑ σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις συντάσσει εκθέσεις.

»Εγώ νομίζω ότι είναι χρήσιμες αυτές οι εκθέσεις. Αρα δεν είναι ο ΟΟΣΑ ένας οργανισμός-μπαμπούλας που σου λέει “κάνε αυτό, κάνε το άλλο”. Εμείς είμαστε σε μια συνεννόηση με τον ΟΟΣΑ, νομίζουμε ότι η ενδιάμεση έκθεση που θα βγει θα είναι δραματικά διαφοροποιημένη από αυτή του 2011 και σε κατευθύνσεις που ενισχύουν τις δικές μας πολιτικές προτεραιότητες».

Ο Νικ. Κουντούρης

Η θέση αυτή, βέβαια, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με παλιότερες διατυπωμένες θέσεις του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και παλιότερων επιτελικών στελεχών του στο υπουργείο Παιδείας.

Για παράδειγμα, σε άρθρο τους στην «Αυγή» (7/12/2014) ο βουλευτής Τάσος Κουράκης, συντονιστής της ΕΕΚΕ Παιδείας και Θρησκευμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, και ο Νικόλας Κουντούρης, επιστημονικός συνεργάτης του ΣΥΡΙΖΑ, μέλος της ΕΕΚΕ Παιδείας και Θρησκευμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ σωστά επισημαίνουν τα παρακάτω:

«…Το σημείο εκκίνησης της εφαρμογής των μνημονίων στην ελληνική εκπαιδευτική πολιτική θα μπορούσε να το τοποθετήσει κανείς σε διάφορα πολιτικά γεγονότα. Αδιαμφισβήτητα όμως ένα από τα πλέον κομβικά σημεία αποτελεί η ενεργή ανάμειξη του ΟΟΣΑ στα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα το 2011, με τον ρόλο του “ανεξάρτητου αξιολογητή” της ελληνικής εκπαίδευσης.

»Ο διεθνής αυτός οργανισμός, ο οποίος ασχολείται μεταξύ άλλων και με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων των διαφόρων χωρών, κλήθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση να “διαγνώσει” τα προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και να διατυπώσει προτάσεις «μεταρρύθμισής» του.

»Παρέδωσε στο πλαίσιο αυτό, στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, μια μελέτη με τίτλο “Καλύτερες επιδόσεις και επιτυχείς μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση.

»Προτάσεις για την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα”. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι η έκθεση αυτή έθεσε την τεχνοκρατική βάση για όλες τις αλλαγές στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, η εφαρμογή των οποίων συνδέθηκε με τις αξιολογήσεις της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα και με την εκταμίευση των δόσεων προς τη χώρα. Εχουν γραφεί πολλά για την εν λόγω έκθεση, η οποία χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως “νεοφιλελεύθερο ευαγγέλιο” για τους δανειστές».

Η πρωθυπουργική «γραμμή»

Είναι, άραγε, η αλλαγή αυτή της «γραμμής» σχετικά με τις παρεμβάσεις του ΟΟΣΑ προσωπική άποψη του νέου υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου; Μετατράπηκε, ξαφνικά, ο ΟΟΣΑ από «οδηγός» νεοφιλελεύθερων παρεμβάσεων στον χώρο της εκπαίδευσης σε «σύμβουλο και συνεργάτη»; Βεβαίως όχι.

Μερικούς μήνες πριν, στις 12 Μαρτίου 2015, σε συνάντηση με τον γ.γ. του ΟΟΣΑ, ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε: «Οι μεταρρυθμίσεις που συζητάμε με τον ΟΟΣΑ δεν είναι μεταρρυθμίσεις που κάποιοι μας υποχρεώνουν, είναι αυτές που θέλουμε, που θεωρούμε απαραίτητες για να αλλάξει η Ελλάδα και ζητάμε την τεχνογνωσία ενός οργανισμού εγνωσμένου παγκόσμιου κύρους».

Παράλληλα, στις 11 Φλεβάρη 2015, η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κάλεσε τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας μαζί με τον γ.γ. του ΟΟΣΑ Ανχελ Γκουρία ανακοίνωσαν τη σύσταση μιας μόνιμης επιτροπής συνεργασίας, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι «η Ελλάδα πρέπει να τολμήσει τις μεταρρυθμίσεις που δεν τόλμησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις».

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται κατανοητό τι μπορεί να σημαίνουν οι αναδιαρθρώσεις που τάχα «δεν τόλμησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και θα τις τολμήσει η παρούσα κυβέρνηση».