Την παρέμβαση του υπουργού Παιδείας «προς αποκατάσταση της αναγνωρισιμότητάς τους ως Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα» ζητούν τα ΤΕΙ με αφορμή τον αποκλεισμό τους από τη Γενική Συνέλευση του υπό ίδρυση Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας, όπως ανέδειξε σε σχετικό ρεπορτάζ η «Εφ.Συν.».
«Ο αποκλεισμός των ΤΕΙ είναι αντιδεοντολογικός, πάσχει νομιμότητας και γι’ αυτό, άμεσα, πριν την ψήφιση του Σχεδίου Νόμου, ζητούμε την παρέμβασή σας» αναφέρει σε επιστολή της προς τον Νίκο Φίλη η τριμελής Γραμματεία της Συνόδου των προέδρων των ΤΕΙ, η οποία, παράλληλα, ζητεί να μάθει γενικότερα τις προθέσεις του υπουργείου για το μέλλον των Ιδρυμάτων.
»Οπως επισημαίνει, «οι συνεχείς ασάφειες, αποκλεισμοί και διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται σε κάθε νομοθέτημα που αφορά την Ανώτατη Εκπαίδευση ή τη Δημόσια Διοίκηση (ΠΕ, ΤΕ) ή τη μη έκδοση επαγγελματικών δικαιωμάτων προκαλούν κρίση στην ταυτότητα και το status των Ιδρυμάτων».
Να σημειωθεί ότι στο άρθρο 7 αρ. 2 τού υπό ψήφιση σχετικού σχεδίου νόμου, που αναφέρεται στα όργανα διοίκησης του ΕΛΙΔΕΚ, οι εκπρόσωποι των ΤΕΙ απουσιάζουν από τη Γενική Συνέλευση, σε αντίθεση με τα Πανεπιστήμια και τους τεχνολογικούς φορείς, που εκπροσωπούνται –το καθένα– με ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος.
Στο έτερο όργανο, το Επιστημονικό Συμβούλιο, όπως και στη διαδικασία εκλογής του διευθυντή, δεν τίθεται τέτοιος περιορισμός.
Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι πρόεδροι των ΤΕΙ είναι ευρύτερη καθώς, όπως τονίζεται στην ίδια επιστολή, «η μεροληπτική αντιμετώπιση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων του Τεχνολογικού Τομέα ξεκίνησε από τον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία, με τη συμμετοχή ενός μόνον εκπροσώπου τους, και συνεχίζεται σήμερα με τον παντελή αποκλεισμό τους από τη Γενική Συνέλευση του ΕΛΙΔΕΚ, αποδεικνύοντας ότι η Πολιτεία οδηγείται σε ακύρωση της φυσιογνωμίας των ΤΕΙ ως ΑΕΙ, όπως αυτή έχει διά τεσσάρων νόμων καθοριστεί στην Ανώτατη Εκπαίδευση».
Πάντως, οι διοικήσεις των ΤΕΙ έχουν περισσότερους λόγους να ανησυχούν για την αιτία παρά για το αποτέλεσμα του αποκλεισμού τους από το ΕΛΙΔΕΚ.
Οπως αποκάλυψε η «Εφ.Συν.», πρόκειται για όρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η οποία εξασφαλίζει το μεγαλύτερο μέρος της προίκας του Ιδρύματος (180 από τα 245 εκατ. ευρώ).
Δεν κρίνει, προς το παρόν, ικανοποιητική και σταθερή την ακαδημαϊκή τους επίδοση. Αλλωστε, ο αν. υπουργός Ερευνας, χωρίς να το διαψεύδει, σε επιστολή του μας ανέφερε: «Ευελπιστούμε ότι μετά την τελική διαμόρφωση του χάρτη της Ανώτατης Παιδείας θα καταστεί δυνατή η συμμετοχή τους στη Γενική Συνέλευση του Ιδρύματος».
