Ολο το φάσμα της εκπαίδευσης καταρρέει από τις αντίξοες συνθήκες της πανδημίας, αλλά η κυβέρνηση δεν αφήνει το βιολί της. Τα Πανεπιστήμια ζητούν επείγουσα, πλέον, «πρόνοια» από το υπουργείο Παιδείας ώστε να μην τιναχτούν στον αέρα εξάμηνα, εξετάσεις, εργαστήρια και πτυχία. Παρ’ όλα αυτά, μόνη επείγουσα προτεραιότητα παραμένει η αστυνομική τάξη. Χθες, στο ΑΠΘ δόθηκε το καλύτερο παράδειγμα.
Είτε με δραματικό τρόπο είτε με μηνύματα υπομονής προς φοιτητές και καθηγητές, τα Πανεπιστήμια δείχνουν την πραγματικά κρίσιμη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει λόγω του λουκέτου της πανδημίας.
Η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ το λέει απερίφραστα: «Θα πρέπει να ληφθεί επειγόντως πρόνοια, ώστε κατά το επόμενο διάστημα και μέχρι τη λήξη του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους να πραγματοποιηθούν όλες οι απαραίτητες κλινικές ασκήσεις, πρακτικές ασκήσεις και εργαστήρια των προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών στα οποία απαιτείται η φυσική παρουσία των φοιτητών, ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα με την εκπαίδευσή τους και να μην τεθεί θέμα απώλειας του εξαμήνου».
Για τους ίδιους λόγους ζητεί και την «άμεση έναρξη της διενέργειας των κλινικών, πρακτικών και εργαστηριακών ασκήσεων και των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών, καθώς και κάθε άλλης εκπαιδευτικής διαδικασίας των εν λόγω προγραμμάτων σπουδών που απαιτεί φυσική παρουσία των φοιτητών (π.χ. εκπόνηση ορισμένων διπλωματικών).
Στο ΕΜΠ, ο πρύτανης, αν και σε τόνο καθησυχαστικό, σε επιστολή του προς «φοιτητές και διδάσκοντες» θέτει ζητήματα επανασχεδιασμού της εξ αποστάσεως διδασκαλίας, της εξεταστικής διαδικασίας και εν γένει της εκπαιδευτικής διαδικασίας υπό τις παρούσες συνθήκες. Αναφερόμενος σε δυσκολίες, «αδικίες», «ασυμμετρίες», κόπωση διδασκόντων και φοιτητών αλλά και υπαινισσόμενος την αναποτελεσματικότητα των διαθέσιμων μεθόδων, ο πρύτανης του ΕΜΠ αποδίδει την πραγματικότητα με όλες τις τραγελαφικές έως και πολύ σοβαρές δυσκολίες που απειλούν, εν τέλει, την ουσία των σπουδών σε κάθε Ιδρυμα αυτή την περίοδο.
Οπως αναφέρει, «οι καθολικά εξ αποστάσεως εξετάσεις του χειμερινού εξαμήνου σε όλες τις Σχολές απαίτησαν και αυτές μεγάλη προσπάθεια διδασκόντων και φοιτητών και συνοδεύτηκαν από αντιξοότητες, εν μέρει αναμενόμενες, οι οποίες έθεσαν σε δοκιμασία καθιερωμένα “πρωτόκολλα” των εξετάσεων. Η ακεραιότητα της εξεταστικής διαδικασίας, που και υπό κανονικές συνθήκες αντιμετωπίζει γνωστά προβλήματα, έπρεπε στοιχειωδώς να διασφαλιστεί υπό τη σιωπηρή αλλά έμπρακτη παραδοχή του κώδικα εντιμότητας και με τήρηση βασικών κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Αλλά τα διαθέσιμα γι’ αυτόν τον σκοπό μέσα είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας, ενώ αυτά που προσφέρονται για την υπονόμευση της ακεραιότητας είναι ανεξάντλητης ευρηματικότητας και προσαρμοστικότητας έναντι των ισχνών προστατευτικών αντίμετρων. Αυτού του είδους οι “ασυμμετρίες” μπορεί να οδηγούν σε αντισταθμιστικά μέτρα, όπως αυξημένη δυσκολία θεμάτων, πιεστικές συνθήκες και “αλγοριθμοποίηση” της εξέτασης.
Αυτά, με τη σειρά τους, προκαλούν δικαιολογημένη δυσφορία σε εξεταζόμενους, αίσθημα αδικίας ειδικά σε αυτούς που παρότι είναι καλά προετοιμασμένοι έχουν χαμηλή απόδοση καθώς και κόπωση σε όλους, διδάσκοντες και διδασκόμενους».
Τονίζει ακόμα: «Είναι σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανασχεδιασμού της διεξαγωγής κάθε μαθήματος ώστε η εκπαιδευτική διαδικασία κατά τη διάρκεια του εξαμήνου και οι εξετάσεις να “δένουν” για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Με αποτίμηση της εξ αποστάσεως διδασκαλίας και εξεταστικής διαδικασίας σε κάθε Σχολή του ΕΜΠ θα προκύψουν συμπεράσματα που θα οδηγήσουν σε βελτιώσεις και αναπροσαρμογές».
Καταλήγει, επισημαίνοντας κι εκείνος το πλήγμα «στην εργαστηριακή άσκηση» και τον «ορατό κίνδυνο συσσώρευσης ελλειμμάτων» αλλά και ζητώντας υπομονή και ψυχραιμία σε ένα «μέτωπο που έχει κι άλλες πλευρές, πλην πανδημίας, οι οποίες συνδέονται με νέα “κεφάλαια” που ανοίγονται από πρόσφατους νόμους και επερχόμενες αλλαγές και δημιουργούν φορτίσεις».
