Μπορεί να μην τα κατάφερε ο Αλέξης Κούγιας να αθωωθεί ο Στεφάν Μ. για την άγρια δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα και την απόπειρα ληστείας στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη, στις 5 Δεκεμβρίου 2014, από κοινού με τον Κοσμίν Γκ. (μάλιστα, η υπεράσπιση του Κοσμίν Γκ. απέδωσε το αποτέλεσμα της δίκης εν μέρει στις παλινωδίες της υπερασπιστικής γραμμής του πρώτου κατηγορουμένου), κατάφερε όμως να ξεπεράσει τον εαυτό του, οδηγώντας στο πιο ακραίο σημείο τα συνήθη ομοφοβικά σχόλιά του και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς του για το θύμα κατά τη διάρκεια της δίκης στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας.
Σε κατάσταση σχεδόν παροξυσμού μετά την πρόταση του εισαγγελέα να μην αναγνωριστούν στους κατηγορούμενους τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας -πρόταση που έγινε δεκτή από το δικαστήριο-, ο κ. Κούγιας επιχείρησε ξαφνικά να αντιστρέψει τους ρόλους θύτη και θύματος, εμφανίζοντας σχεδόν επιβεβλημένη τη δολοφονία του συγγραφέα και υποστηρίζοντας την υποκατάσταση του νόμου από πρακτικές αυτοδικίας.
(Πρέπει να) υπάρχουν όρια;

«Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εμένα αν μου το ‘χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια», είπε.
Δημιουργείται το ερώτημα αν τέτοιες ακραίες θέσεις, που βρίσκονται εκτός του νομικού πολιτισμού μας, μπορούν να λέγονται από τον οποιονδήποτε σε ελληνικό δικαστήριο χωρίς τιμωρία ή αντίδραση από την έδρα, όπως επίσης και αν βρίσκονται σε συμφωνία με τα καταστατικά των δικηγορικών συλλόγων της χώρας και θεωρούνται ανεκτές για ανθρώπους που εμπλέκονται στην απονομή δικαιοσύνης.
Δεν ήταν άλλωστε η μόνη ακραία θέση που εξέφρασε ο κ. Κούγιας κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην αγόρευσή του είπε ότι είναι «δικαιολογημένα καμιά φορά» τα αστυνομικά βασανιστήρια, λέγοντας ότι ο ίδιος είναι γιος χωροφύλακα στον Εμφύλιο, και μίλησε για «μόδα της αθεΐας», λέγοντας πως περιμένει κάθε φορά με αγωνία να δει τι όρκο θα δώσουν οι κατηγορούμενοι, πολιτικό ή θρησκευτικό.
Πάντως, αν και ο κ. Κούγιας επέμεινε σε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για το θύμα και τις ερωτικές επιλογές του, χαρακτηρίζοντάς τον «μέγιστο λογοτέχνη, αλλά διεστραμμένο άνθρωπο», εκμαυλιστή και εκτροπέα προσωπικοτήτων, επεκτείνοντας μάλιστα τους χαρακτηρισμούς και σε ολόκληρη τη συγγραφική οικογένειά του που παρευρισκόταν στη δίκη (ο ίδιος άλλωστε δήλωσε ότι δεν έχει διαβάσει κανένα ελληνικό βιβλίο από το 1974, όταν άρχισε να δικηγορεί), οι κατηγορούμενοι δεν στράφηκαν σε κανένα σημείο της δίκης εναντίον του Μένη Κουμανταρέα, δηλώνοντας μάλιστα την εκτίμηση και τον σεβασμό τους στο πρόσωπό του.
Αλλωστε, όπως είπε ο εισαγγελέας κατά την αγόρευσή του, οι ερωτικές επιλογές του θύματος και των δραστών δεν ενδιαφέρουν κανέναν, καθώς κίνητρο φαίνεται πως ήταν η ληστεία.
«Υπάρχει ελευθερία επιλογής και είναι δικαίωμα του καθενός να συμπεριφέρεται ερωτικά όπως θέλει» σημείωσε ο εισαγγελέας. Στην αγόρευσή του είχε επισημάνει πως οι κατηγορούμενοι υπήρξαν ιδιαιτέρως κυνικοί και δεν έδειξαν «ίχνος μετάνοιας, ίχνος συγγνώμης».
Ηθική ικανοποίηση
Οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για την από κοινού δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα και για απόπειρα ληστείας και καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη για το πρώτο αδίκημα και σε επιπλέον τέσσερα χρόνια φυλακή για το δεύτερο, χωρίς να τους αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Την απόλυτη ικανοποίησή τους για την απόφαση του δικαστηρίου εξέφρασαν οι οικογένειες του Μένη και της Λιλής Κουμανταρέα, στις οποίες δεν είχε επιτραπεί να παραστούν ως πολιτική αγωγή, σύμφωνα με νομολογία του Αρείου Πάγου.
«Η προσπάθεια μέρους της υπεράσπισης να αμαυρώσει τη μνήμη ενός από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες λογοτέχνες έπεσε στο κενό. Εάν διάβαζε περισσότερη λογοτεχνία, ίσως να έφτιαχνε πιο πειστικές ιστορίες» σημείωσε η Αγγελική Δημακοπούλου, δικηγόρος της οικογένειας της Λιλής Κουμανταρέα. «Το δικαστήριο, παρά τις αντίξοες συνθήκες, στάθηκε στο ύψος του και αντιπαρήλθε την προσπάθεια σκύλευσης ενός νεκρού ανθρώπου και ενός από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους της γενιάς μας» επισήμανε ο Δημήτρης Βαλάσης, δικηγόρος της οικογένειας Μένη Κουμανταρέα.
