Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συναχίστηκε σήμερα στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών η δίκη για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη με κεντρικό πρόσωπο έναν μάρτυρα ο οποίος δήλωσε αυτόπτης και ο οποίος περιέγραψε με μεγάλη λεπτομέρεια όσα είδε στην περιοχή της Ερέτριας εκείνη την Κυριακή. Ο μάρτυρας, επαγγελματίας ψαράς, εξήγησε ότι βρέθηκε στο σημείο για να ελέγξει ποιοι «βουτάνε και χαλάνε το ψάρεμα», όπως του είχε αναφέρει επανειλημμένα ο Πολυζωίδης. «Επειδή μου έλεγε ότι πάει μόνο εκείνος, είπα να πάω εγώ» σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι άφησε το κινητό στο σπίτι «για να μηβ πουν ότι ειδοποίησα εγώ», καθώς συχνά τον κατηγορούσαν για συνεργασία με το Λιμεναρχείο.

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, έφτασε στην Ερέτρια μεταξύ 11:00 και 11:30 το πρωί, άφησε το μηχανάκι του «σε κάτι πρασινάδες» και κινήθηκε προς το Πεζονήσι. Από εκεί παρατήρησε γνωστά πρόσωπα: «Είδα τον Ασημάκο, τον ήξερα ότι ψάρευε ερασιτεχνικά» και, όπως είπε, έκανε πίσω για να μην τον αντιληφθεί. Παράλληλα είδε «μια γυναίκα που έκανε μπάνιο» και «ένα μηχανάκι ντελίβερι» που πίστεψε ότι πήγε «σε τσιλιαδόρο να του δώσει καφέ ή κάτι».

Στην κατάθεσή του ανέφερε ότι την ίδια στιγμή, στη θάλασσα διέκρινε δύο σκάφη: «Βλέπω το καΐκι από την Αγία Τριάδα… Από τα σπίτια της Ερέτριας ακούστηκε ένας ήχος από κρις κραφτ». Η μηχανή του μικρού σκάφους, όπως εκτίμησε, «δεν πρέπει να δούλευε σωστά». Περιέγραψε ότι το καΐκι μπήκε μπροστά από το κρις κραφτ και «του έκλεισε τον δρόμο», με τα δύο σκάφη να κινούνται πλώρη με πλώρη και στη συνέχεια παράλληλα, σε πολύ χαμηλή ταχύτητα. Από τη θέση του, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, άκουσε το ξεκίνημα μιας έντονης λογομαχίας. Από το καΐκι φώναζαν: «Πού πας; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται; Πού πας ρε κωλόγερε; Θα πάρουμε το λιμεναρχείο». Η απάντηση από το μικρό σκάφος ήταν «να πάρετε το λιμεναρχείο, είναι απόφαση, δεν είναι νόμος». Η ένταση αυξήθηκε με ύβρεις και απειλές.

Ο καυγάς «άναψε», όπως αφηγήθηκε, στη συνέχεια και εντέλει η λογομαχία κορυφώθηκε με επίθεση: «Τραβάει το κοντάρι ο ένας… ακούμπησε στην τέντα πρώτα και μετά τον χτύπησε στο κεφάλι». Το κοντάρι, μήκους «3,5–4 μέτρων», δεν ήταν γάντζος, αλλά όπως είπε, «το έχουμε στα σκάφη για να σπρώχνουμε». Ισχυρίστηκε ότι είδε 2–3 χτυπήματα να καταφέρονται στο πάνω μέρος του σώματος του άνδρα στο κρις κραφτ. Μετά τα χτυπήματα, το μικρό σκάφος «έγειρε κι έπεσε στη θάλασσα» και το θύμα έπεσε στο νερό. Αρχικά θεώρησε πως οι άνθρωποι στο καΐκι θα επιχειρούσαν διάσωση, καθώς ένας «ήταν σκυμμένος», όμως τελικά «έφυγαν».

Τρομοκρατημένος δήλωσε ο μάρτυρας: «Έφυγα, φοβήθηκα… όπως και οι άλλοι, δεν ήμουν μόνος». Όταν είδε λίγες ώρες αργότερα στις ειδήσεις ποιος ήταν ο νεκρός, ένιωσε ότι έπρεπε να μιλήσει. Αρχικά το εκμυστηρεύθηκε μόνο σε ένα πρόσωπο που εμπιστευόταν. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί εμφανίστηκε πρώτα σε τηλεοπτικό σταθμό αντί σε κάποια αρχή, απάντησε: «Μου είπαν ότι δε θα φαίνομαι… θα είναι αλλοιωμένη η φωνή. Ήθελα να βγει από μέσα μου». Παραδέχτηκε όμως πως υπήρχε βαθιά καχυποψία του προς τις λιμενικές αρχές: «Στο λιμεναρχείο; Μόνο λιμενική αρχή δεν είναι!».

Σύμφωνα με όσα είπε, πόμενη κίνησή του ήταν να καταθέσει στο Λιμεναρχείο Χαλκίδας, όπου τον διαβεβαίωσαν ότι «δε θα φοβάται τίποτα» και του έδωσαν να υπογράψει μια κατάθεση που κάλυπτε όσα είδε. Αργότερα, όταν κλήθηκε στη ΓΑΔΑ, «τους είπα αυτά που είδα» γιατί – όπως είπε – εκεί του φέρθηκαν διαφορετικά. Η δημοσιοποίηση όσων ισχυρίστηκε, ωστόσο, τον οδήγησε σε νέους κινδύνους. Ανέφερε ότι δέχτηκε πιέσεις και οικονομικές προτάσεις για να ανακαλέσει: «Μου δείχνει ένα χαρτί που έλεγε 40.000… και μου λέει ‘αυτά είναι δικά σου για να πεις ότι δεν έγινε τίποτα’. Εγώ δεν πήρα χρήματα… Μου έλεγαν ότι είμαι μ**** που δεν τα παίρνω».

Όταν του έγινε η ερώτηση γιατί πήγε στην Ερέτρια εκείνη την ημέρα η απάντησή του ήταν: «Για το καλό της αλιείας μας, της παράκτιας… Αστυνομικοί και λιμενικοί έβγαζαν παράκτια λιθρύνους και μας κατέστρεφαν». Εξήγησε ότι θέλησε να δει ποιοι ψαρεύουν παράνομα, ώστε αν δεχτεί στο μέλλον παρατήρηση από τις αρχές, «να τους πω ότι εσείς τι κάνετε».