«Πόρτα» έφαγε και από το Συμβούλιο της Επικρατείας 19χρονος αντιρρησίας συνείδησης, ο οποίος άλλα έλεγε και άλλα έπραττε. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αρνήθηκε στον νεαρό αντιρρησία συνείδησης για θρησκευτικούς λόγους να επιστρέψει στο καθεστώς της εναλλακτικής εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας του, από το οποίο είχε αποβληθεί εξαιτίας της βίαιης συμπεριφοράς του σε βάρος ανήλικου τροφίμου του Κέντρου Προστασίας του Παιδιού.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας, στην αρνητική στάση τους απέναντι στο αίτημα του νεαρού αντιρρησία συνείδησης, σημειώνουν ότι η συμπεριφορά που επέδειξε στο ανήλικο είναι αφενός «αντίθετη προς τις πεποιθήσεις του περί βίας, τις οποίες είχε επικαλεσθεί διά να τύχει του ευεργετήματος της εναλλακτικής θητείας» και αφετέρου η άσκηση βίας είναι ευθέως αντίθετη στους σκοπούς του Κέντρου Προστασίας του Παιδιού.
Το περασμένο καλοκαίρι, οι υπεύθυνοι του Κέντρου στο οποίο ο 19χρονος εκπλήρωνε εναλλακτικά τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, του επέβαλαν πειθαρχική ποινή στέρησης αποδοχών τριών μηνών για την κατ’ επανάληψη χειροδικία σε βάρος αγοριού τροφίμου τους.
Ακολούθως ο διευθυντής της Στρατολογικής Υπηρεσίας τον κήρυξε έκπτωτο, απόφαση την οποία επικύρωσε στη συνέχεια ο υπουργός Εθνικής Αμυνας. Μάλιστα, όταν ο 19χρονος κλήθηκε να απολογηθεί για τη βίαιη συμπεριφορά του, ισχυρίσθηκε ότι χαστούκισε και κλότσησε το αγοράκι γιατί επανειλημμένα του επετίθετο φραστικά, του έκανε χειρονομίες και του πέταγε πέτρες…
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς του αντιρρησία συνείδησης, ξεκαθαρίζοντας ότι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής που του επιβλήθηκε από το Κέντρο Προστασίας του Παιδιού δεν συνδέεται με την απόφαση του διευθυντή της Στρατολογικής Υπηρεσίας, που έχει τον τελικό λόγο για την αφαίρεση του ευεργετήματος της εναλλακτικής εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεών του. Και αυτό γιατί όσο διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του στο Κέντρο Προστασίας του Παιδιού θεωρείται στρατευμένος.
Υπενθυμίζεται ότι οι αντιρρησίες συνείδησης, αντί της ένοπλης στρατιωτικής θητείας, εκπληρώνουν τη θητεία τους με εναλλακτική μορφή στρατιωτικής υπηρεσίας σε φορείς του δημόσιου τομέα, περίοδο κατά την οποία θεωρούνται στρατευμένοι.
