Την ολιγωρία, τις παραβλέψεις και την ελλιπή ετοιμότητα των αρμοδίων να συνδράμουν στην πυρκαγιά στο Μάτι ανέδειξε κατά τη δεύτερη μέρα της κατάθεσής του ο Δημήτρης Λιότσιος, αξιωματικός της Πυροσβεστικής και ο πραγματογνώμονας που ορίστηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να διερευνήσει τις συνθήκες εξάπλωσης και τα αίτια της φωτιάς που κόστισε τη ζωή σε 104 ανθρώπους.
Χθες στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ο πραγματογνώμονας περιέγραψε πώς χρειάστηκε μια καθυστέρηση δύο ωρών για να καταρρεύσει ο μηχανισμός δασοπυρόσβεσης το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου του 2018. Σύμφωνα με το πόρισμα που κατέθεσε ο κ. Λιότσιος στον αρμόδιο ανακριτή, σε συνθήκες υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων οφείλει να αποστείλει αίτημα για εναέρια επιτήρηση στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας είτε την προηγούμενη ημέρα είτε μέχρι τις 8 το πρωί της ίδιας ημέρας.
Αίτημα που, όπως τόνισε, δεν απεστάλη κατά το προβλεπόμενο διάστημα. Αγνωστο γιατί, εστάλη τελικά το πρωί της 23ης Ιουλίου ένα λεπτό πριν από τις 10. Αυτό, επισήμανε, ήταν καθοριστικό, με δεδομένο τον χρόνο προετοιμασίας που απαιτείται ώστε τα εναέρια μέσα να είναι έτοιμα για να συνδράμουν στην κατάσβεση. Αυτό θα καθόριζε τόσο την επιχείρηση στην πυρκαγιά της Κινέτας όσο και τη μετέπειτα καθυστερημένη επιχείρηση στο Μάτι.
Αντίστοιχο αίτημα έγινε από το ΕΣΚΕ και στο Λιμενικό, που όμως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί λόγω των ισχυρών ανέμων, και τελικά το Κέντρο απευθύνθηκε σε ιδιωτική αερολέσχη η οποία αποδέχθηκε το αίτημα και «σήκωσε» ένα αεροσκάφος στις 2 το μεσημέρι με σκοπό την επιτήρηση. Το συγκεκριμένο αεροσκάφος, όπως επισήμανε, απογειώθηκε δύο φορές, ενώ κατά τη δεύτερη πτήση του, στις 4.16, η πυρκαγιά στο Νταού Πεντέλης, που θα έκαιγε μέχρι οι φλόγες να σβήσουν μόνες τους στην ακτογραμμή στο Μάτι, δεν είχε ακόμα εκδηλωθεί. Ο ίδιος προσδιόρισε τον χρόνο έναρξης της φωτιάς γύρω στις 4.30, με την πρώτη αναγγελία στην Πυροσβεστική να γίνεται δέκα λεπτά αργότερα.
Από τα 15 διαθέσιμα αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας που θα μπορούσαν να τεθούν εκείνη τη μέρα στη διάθεση της Πυροσβεστικής, το ιδιωτικό αεροσκάφος ήταν το μοναδικό, όπως είπε, που «σηκώθηκε» για ώρες προκειμένου να κάνει επιτήρηση. «Σε έγγραφο της πολεμικής αεροπορίας υπήρχε αποκλειστικά για σκοπό εναέριας επιτήρησης ένα αεροσκάφος Πεζετέλ (PZL). Ηταν άμεσα διαθέσιμο, έτοιμο. Δεν ζητήθηκε», τόνισε, επισημαίνοντας πως σε αντίστοιχες περιπτώσεις τα προηγούμενα χρόνια απογειώνονταν δύο ειδικά αεροσκάφη, κάνοντας περιπολίες σε περιοχές που όριζε το ΕΣΚΕ, με στόχο την πιθανή ανεύρεση πυρκαγιάς.
Σε σχετική ερώτηση της προέδρου της έδρας, Μαρίας Γκιαούρη, «έδειξε» ως υπεύθυνο του σχεδιασμού εναέριας επιτήρησης τον διοικητή του ΕΣΚΕ και κατηγορούμενο στην υπόθεση, Γιάννη Φωστιέρη. Στο κάδρο των ευθυνών έθεσε και τους κατηγορούμενους Σωτήρη Τερζούδη, τότε αρχηγό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, και Βασίλη Ματθαιόπουλο, τότε υπαρχηγό επιχειρήσεων: «Ο διοικητής του ΕΣΚΕ [Φωστιέρης] οφείλει να πάρει έγκριση για τις κινήσεις που θα πραγματοποιηθούν από τον ανώτερό του, τον υπαρχηγό επιχειρήσεων [Ματθαιόπουλο]. Αλλά φυσικά κάποιες κινήσεις τις κάνει από μόνος του ο διοικητής. Εκείνος όφειλε ώς τις 8 π.μ. να έχει στείλει το αίτημα και ο ανώτερός του να ελέγξει αν το έστειλε. Και ο αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος [Τερζούδης] έχει όλη την ευθύνη του σώματος, γι’ αυτό υπάρχουν διοικητές και υπαρχηγοί που οφείλουν να τον ενημερώνουν» υπογράμμισε.
Οπως τόνισε ο πραγματογνώμονας, σε γενική επιφυλακή τέθηκαν οι πυροσβεστικές δυνάμεις το απόγευμα εκείνης της ημέρας, αφού η φωτιά είχε κατέβει στο Μάτι και στον Νέο Βουτζά. «Οταν ξεκίνησε η απομάκρυνση πολιτών από την Κινέτα, στις 13.30, θα ήταν μια καλή ώρα για να δοθεί εντολή για γενική επιφυλακή. Ομως η εντολή δόθηκε στις 17.50. Σε λιγότερο από μία ώρα κανείς δεν θα προλάβαινε να βρίσκεται στην υπηρεσία του. Λίγο πριν τις 7 το απόγευμα, η φωτιά είχε φτάσει ήδη στη θάλασσα. Οφειλαν οι υπηρεσίες της Αττικής να είναι σε επιφυλακή και να έχουν επανδρωμένα όλα τα οχήματα», είπε, τονίζοντας πως ακόμη και μετά την εντολή για επιφυλακή, και ενώ η φωτιά στο Μάτι μαινόταν, πολλά αεροσκάφη έλαβαν καθυστερημένα εντολή επιχείρησης από τη διοίκηση του ΕΣΚΕ.
