Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης. Έκρινε ανεπαρκείς τους λόγους φυλάκισης πολίτη για δημόσιες τοποθετήσεις του για τον τρόπο με τον οποίο άσκησαν τα καθήκοντά τους δύο πρόσωπα, ως δικαστικός συμπαραστάτης ενηλίκου ο ένας και μέλος του εποπτικού συμβουλίου η δεύτερη.
Ο προσφεύγων είχε εμφανιστεί στην τηλεόραση, όπου διατύπωσε κατηγορίες κατά των δύο ανωτέρω προσώπων, ισχυριζόμενος τα δύο εν λόγω άτομα είχαν κατορθώσει να θέσουν τον Β.Π. υπό δικαστική συμπαράσταση, εφαρμόζοντας ένα «σατανικό σχέδιο», ότι είχαν «προκαλέσει την εξαφάνιση του Β.Π.» και χορηγώντας φάρμακα και ασκώντας ψυχολογική βία στον Β.Π.. είχαν οργανώσει τη μεταβίβαση μέρους της περιουσίας του τελευταίου στη Μ.Β.. έναντι τιμήματος ευτελούς αξίας και τους αποκάλεσε «απατεώνες».
Για τις δηλώσεις του αυτές του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή για δυσφήμηση, παρά το γεγονός πως τα δύο άτομα που κατηγόρησε στη συνέχεια κρίθηκαν ένοχα για υπεξαίρεση για τις ανωτέρω πράξεις.
Ο προσφεύγων υπέβαλε αιτήματα για ακύρωση της καταδίκης του, αλλά απορρίφθηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια. Έτσι, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, το οποίο τον δικαίωσε επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 8.710 ευρώ.
Στην απόφασή του το ΕΔΔΑ σημειώνει ότι «οι λόγοι που επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια για να δικαιολογήσουν την παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία έκφρασης δεν ήταν “σχετικοί και επαρκείς”».
Επίσης, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα σχόλια του προσφεύγοντος «περιείχαν έναν συνδυασμό δηλώσεων γεγονότων, όπως αποδέχθηκαν τα εθνικά δικαστήρια, και αξιολογικών κρίσεων που είχαν κάποια πραγματική βάση, στο βαθμό που υποστηρίχθηκαν από την επακόλουθη απομάκρυνση των δικαστικών συμπαραστατών από τα καθήκοντά τους και την ποινική καταδίκης τους για υπεξαίρεση/απιστία. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν το επιχείρημα του προσφεύγοντος σχετικά με τη σχετική πραγματική βάση χωρίς να παράσχουν επαρκή αιτιολογία».
