ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νώντας Χαλδούπης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η καταστροφή από τη ΔΕΗ των θηριωδών μηχανημάτων που για δεκαετίες συμμετείχαν στην εξόρυξη λιγνίτη στα πεδία της Δ. Μακεδονίας, με τη ΔΕΗ να παραθέτει στοιχεία που υποστηρίζουν ότι ο λιγνίτης δεν είναι πια ένας «εθνικός θησαυρός» αλλά ένα καύσιμο του παρελθόντος, έφερε στην επιφάνεια την αγανάκτηση των πολιτών στις λιγνιτικές περιοχές για ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί ώς τώρα πειστικά από την κυβέρνηση: πώς θα αποφύγουν τον οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό μετά την απολιγνιτοποίηση;

Το σοκ της Μαυροπηγής

Η εικόνα της ελεγχόμενης κατεδάφισης των γιγαντιαίων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής στην Πτολεμαΐδα προκάλεσε σοκ στην τοπική κοινωνία. Τα βίντεο των ανατινάξεων που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν κατέγραψαν απλώς τον τεμαχισμό σιδερένιων όγκων ηλικίας άνω των 50 ετών, αλλά σηματοδότησαν, με τον πιο βίαιο και ανεπίστρεπτο τρόπο, το τέλος μιας ολόκληρης βιομηχανικής εποχής. Για τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, τα θηριώδη αυτά μηχανήματα αποτελούσαν σύμβολα της οικονομικής τους ευημερίας και της καθοριστικής συμβολής της περιοχής στην ηλεκτροδότηση της χώρας.

Η αντίδραση των τοπικών κοινωνιών, των συνδικάτων και των πολιτικών κομμάτων ήταν άμεση και σφοδρή, μετατρέποντας το «τεχνικό» αυτό συμβάν σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ εξέδωσε μια ιδιαιτέρως σκληρή ανακοίνωση, κάνοντας λόγο για «καταστροφή και απαξίωση εθνικών παραγωγικών υποδομών». Το συνδικάτο υπογράμμισε ότι η αποξήλωση του εξοπλισμού στερεί από το εθνικό σύστημα ενέργειας τη δυνατότητα στρατηγικής εφεδρείας (ψυχρής εφεδρείας) σε περιπτώσεις γεωπολιτικών κρίσεων ή παρατεταμένης ακραίας κακοκαιρίας.

ΤΟ ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής επέκρινε τη διοίκηση της ΔΕΗ, χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις της «μνημείο διοικητικής αυθαιρεσίας». Εστίασε στην πρόωρη διακοπή της λιγνιτικής λειτουργίας της ολοκαίνουργιας μονάδας «Πτολεμαΐδα 5», τονίζοντας ότι η βίαιη απομάκρυνση από το εθνικό καύσιμο αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από τις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών των καυσίμων, εκθέτοντας τους καταναλωτές σε κίνδυνο.

Το ΚΚΕ χαρακτήρισε την ανατίναξη των εκσκαφέων ως «εμβληματικό στιγμιότυπο της εγκληματικής πολιτικής της “πράσινης μετάβασης” της Ε.Ε.». Το κόμμα κατηγόρησε την κυβέρνηση και τις προηγούμενες διοικήσεις ότι θυσιάζουν τον εγχώριο πλούτο και τη φθηνή ενέργεια για χάρη των κερδών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και στις εισαγωγές φυσικού αερίου.

Δήμοι και περιφερειακές κινήσεις κατήγγειλαν την επιλογή της ΔΕΗ να μετατρέψει τον εξοπλισμό σε scrap (παλιοσίδερα), αντί να διατηρήσει μέρος αυτού ως μνημείο βιομηχανικής κληρονομιάς.

Η γενικευμένη αυτή οργή οδήγησε στην απόφαση για τη διοργάνωση ενός Πανδυτικομακεδονικού Συλλαλητηρίου, το οποίο θα πραγματοποιηθεί αύριο Πέμπτη, 9 Ιουλίου. Οι τοπικοί φορείς, τα εργατικά κέντρα και τα σωματεία καλούν σε μαζική κινητοποίηση, με κεντρικό αίτημα να σταματήσει η ερημοποίηση της περιοχής και να δοθούν απτά, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Τα καταδικαστικά επιχειρήματα για τον λιγνίτη

Η ΔΕΗ αντιπαρέθεσε στις διαμαρτυρίες και τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας, συνδικάτων και κομμάτων της αντιπολίτευσης τα δικά της επιχειρήματα. Αναφορικά με τις εικόνες της κατεδάφισης, η επιχείρηση έκανε λόγο για «fake news» από όσους μιλούν για καταστροφή εθνικού πλούτου, ξεκαθαρίζοντας στην ανακοίνωσή της ότι τα συγκεκριμένα μηχανήματα, ηλικίας άνω των 50 ετών, παρουσίαζαν «εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση».

Ηταν, όπως τονίστηκε, «στατικά ασταθή» και εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους κατάρρευσης, είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και η αποξήλωσή τους αποτελούσε νομική υποχρέωση της ΔΕΗ, μέσω προγραμματικής σύμβασης, προκειμένου να αποκατασταθούν τα εδάφη και να παραδοθούν στο κράτος για νέες χρήσεις.

Πέρα όμως από τα τεχνικά επιχειρήματα για την ακαταλληλότητα των παλιών εκσκαφέων, η ΔΕΗ προβάλλει ένα πιο ουσιαστικό επιχείρημα: ο ίδιος ο λιγνίτης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί οικονομικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα.


Η γεωλογική υστέρηση και η «καμπάνα» των ρύπων

Πολλοί λένε ότι η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Γερμανίας, που επανέφερε σε λειτουργία σταθμούς παραγωγής με άνθρακα. Ομως, κάθε παραλληλισμός Ελλάδας και Γερμανίας είναι επιστημονικά άστοχος. Ο ελληνικός λιγνίτης (της Πτολεμαΐδας και της Μεγαλόπολης) είναι γεωλογικά «νεαρός» και εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας. Η θερμογόνος δύναμή του κυμαίνεται μόλις μεταξύ 1.000 και 1.500 kcal/kg, την ώρα που ο γερμανικός λιγνίτης αγγίζει τα 2.500 kcal/kg και ο ευρωπαϊκός λιθάνθρακας ξεπερνά τα 6.000 kcal/kg. Επιπλέον, το ελληνικό κοίτασμα αποτελείται κατά 50% έως 60% από υγρασία. Αυτό σημαίνει ότι κατά την καύση, τεράστιες ποσότητες ενέργειας σπαταλώνται απλώς για να εξατμιστεί το εμπεριεχόμενο νερό.

Με την πάροδο των δεκαετιών, τα ποιοτικότερα επιφανειακά στρώματα εξαντλήθηκαν. Η ΔΕΗ αναγκαζόταν να σκάβει βαθύτερα, εξορύσσοντας όλο και μεγαλύτερους όγκους χώματος για να πάρει την ίδια ποσότητα καυσίμου, γεγονός που εκτίναξε το λειτουργικό κόστος.

Η χαμηλή θερμογόνος δύναμη σημαίνει ότι για να παραχθεί μία μεγαβατώρα (1 MWh) ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα, πρέπει να καούν πολλαπλάσιοι τόνοι καυσίμου σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό καθιστά τις ελληνικές μονάδες εξαιρετικά πυκνές σε εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO₂).

Οπως τονίζει η ΔΕΗ:

Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη σε συνδυασμό με τον χαμηλό βαθμό φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, προκύπτει ειδική εκπομπή της τάξεως του 1,15 έως και 1,6 τόνος CO2/MWhe. Με τη χρηματιστηριακή τιμή του CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο –και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ– το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται περίπου από 92€ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V) και μπορεί να φτάσει έως τα 160€ ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες), όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.

Σύμφωνα με την έκθεση του Green Tank («Τα οικονομικά των ελληνικών λιγνιτικών μονάδων: Τέλος εποχής»), η ΔΕΗ κατέγραψε καθαρές ζημιές ύψους 683 εκατομμυρίων ευρώ μέσα σε μόλις 3,5 χρόνια (2016-2019) από τη λειτουργία του λιγνιτικού της στόλου. Οταν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων (EU ETS) οδήγησε την τιμή του τόνου CO₂ από τα 5€ στα 70€ και 80€, ο λιγνίτης κατέστη οικονομικά ασύμφορος. Κάθε ώρα λειτουργίας μιας λιγνιτικής μονάδας σήμαινε αυτόματη οικονομική αιμορραγία για τη ΔΕΗ, η οποία μετακυλιόταν στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το Ινστιτούτο IEEFA επιβεβαίωσαν ότι η απολιγνιτοποίηση δεν ήταν μόνο μια περιβαλλοντική επιλογή, αλλά μια επιτακτική ανάγκη για την αποφυγή της χρεοκοπίας της μεγαλύτερης ενεργειακής εταιρείας της χώρας.

Η ορθότητα αυτού του επιχειρήματος αποτυπώνεται στους πρόσφατους ισολογισμούς της ΔΕΗ: μειώνοντας τη λιγνιτική παραγωγή στο 15% και στρεφόμενη σε ΑΠΕ και φυσικό αέριο, η εταιρεία πέτυχε ιστορικά ρεκόρ λειτουργικής κερδοφορίας, αγγίζοντας το 1,8 δισ. ευρώ σε λειτουργικά κέρδη (EBITDA).


Ο νέος ‘πόλεμος’ για τον λιγνίτη και η αλήθεια των αριθμών
Οι πολίτες των λιγνιτικών περιοχών βλέπουν τα εργοστάσια να κλείνουν και τις υποδομές να γκρεμίζονται, χωρίς όμως να βλέπουν με την ίδια ταχύτητα και σαφήνεια τις νέες, ποιοτικές θέσεις εργασίας που υπόσχεται το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης

Μια δύσκολη μετάβαση

Αν και τα οικονομικά και περιβαλλοντικά επιχειρήματα κατά του λιγνίτη είναι συντριπτικά και ορθολογικά, η αγωνία των τοπικών κοινωνιών παραμένει απόλυτα εύλογη και δικαιολογημένη.

Για τη Δυτική Μακεδονία, ο λιγνίτης δεν ήταν απλώς ένα καύσιμο στο ενεργειακό μείγμα· ήταν ο μοναδικός οικονομικός πνεύμονας της περιοχής. Οι «καλές δουλειές» στα ορυχεία και στους σταθμούς παραγωγής της ΔΕΗ -θέσεις εργασίας σταθερές, καλά αμειβόμενες, με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα- στήριξαν ολόκληρες γενιές και τροφοδότησαν την ανάπτυξη στο εμπόριο, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες.

Οι πολίτες της Πτολεμαΐδας, της Κοζάνης και της Φλώρινας, όπως βεβαίως και των λιγνιτικών περιοχών της Πελοποννήσου, βλέπουν τα εργοστάσια να κλείνουν και τις υποδομές να γκρεμίζονται, χωρίς όμως να βλέπουν με την ίδια ταχύτητα και σαφήνεια τις νέες, ποιοτικές θέσεις εργασίας που υπόσχεται το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΣΔΑΜ).

Το μεγάλο πρόβλημα της μετάβασης εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι επενδύσεις που υλοποιούνται ή σχεδιάζονται δεν έχουν τον ίδιο κοινωνικό και εργασιακό χαρακτήρα με τη βιομηχανία του λιγνίτη. Τα γιγαντιαία φωτοβολταϊκά πάρκα που απλώνονται στα παλιά ορυχεία απαιτούν εκατοντάδες εργαζόμενους κατά τη σύντομη φάση της κατασκευής τους, αλλά ελάχιστο προσωπικό για τη μακροχρόνια συντήρησή τους.

Ενα αυτοματοποιημένο φωτοβολταϊκό πάρκο των 100 MW δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις εκατοντάδες μόνιμες θέσεις εργασίας ενός θερμοηλεκτρικού σταθμού.

Παράλληλα, οι μεγάλες εξαγγελίες για νέες επενδύσεις, όπως η δημιουργία του Mega Data Center ή οι μονάδες παραγωγής πράσινου υδρογόνου και αποθήκευσης ενέργειας (BESS), αντιμετωπίζουν σοβαρές καθυστερήσεις. Επίσης, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, οι καθυστερήσεις στην απόδοση των εδαφών στο κράτος και η έλλειψη έτοιμων υποδομών (δίκτυα, υποσταθμοί) φρενάρουν την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών.

Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο χρονικό χάσμα: οι παλιές δουλειές χάνονται σήμερα, ενώ οι νέες παραμένουν στα χαρτιά ή σε στάδιο σχεδιασμού. Αυτό το κενό γεννά την καχυποψία των κατοίκων. Οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι θυσιάζονται εσπευσμένα στον βωμό των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων, χωρίς να έχει ληφθεί μέριμνα για την επόμενη ημέρα της δικής τους επιβίωσης.

Ο νέος «πόλεμος για τον λιγνίτη» στην Ελλάδα δεν διεξάγεται για το αν το καύσιμο αυτό είναι αποδοτικό ή καθαρό – αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί οριστικά από την επιστήμη και την αγορά. Διεξάγεται για τους όρους με τους οποίους μια κοινωνία περνά από τη βιομηχανική εποχή στην πράσινη οικονομία.

Καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει καταφέρει έχει πείσει για την ικανότητά της να μετατρέψει τις υποσχέσεις του Σχεδίου Δίκαιης Μετάβασης σε πραγματικές, σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας στην πράξη, η Δυτική Μακεδονία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ενεργειακή μπαταρία της χώρας, γεμάτη φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες.