ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από σημαντικότατα κενά, ασάφειες και περιορισμούς χαρακτηρίζεται η νέα νομοθετική παρέμβαση του υπουργείου Δικαιοσύνης για το αδίκημα της «εκδικητικής πορνογραφίας». Ηταν χρόνιο αίτημα του φεμινιστικού κινήματος να αποτελέσει το «revenge porn» ειδικό ποινικό αδίκημα, αφού μέχρι σήμερα οι υποθέσεις αυτές αντιμετωπίζονταν στο πλαίσιο του νόμου περί παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, ενός νόμου που ούτε επαρκής είναι ούτε μπορεί να αποδώσει τον χαρακτήρα, το εύρος, τη βαρύτητα αλλά και τον ψυχολογικό αντίκτυπο που έχει στα θύματα η συγκεκριμένη μορφή έμφυλης βίας.

Ομως, αν και στη σωστή κατεύθυνση, ο νέος νόμος αδυνατεί να συμπεριλάβει πολλές περιπτώσεις έμφυλης ψηφιακής κακοποίησης. Το νέο άρθρο (336Α) ενσωματώθηκε πριν από μερικές μέρες στο σχέδιο νόμου για την «Ενσωμάτωση της Οδηγίας (Ε.Ε.) 2019/713 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 για την καταπολέμηση της απάτης […]» – μία άσχετη οδηγία που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση και κατατέθηκε στη Βουλή στις 10 Ιουνίου. Με τη νέα διάταξη η «εκδικητική πορνογραφία» κωδικοποιείται από πλημμέλημα έως και κακούργημα με ποινή μέχρι 10 χρόνια κάθειρξης και χρηματική ποινή.

Συγκεκριμένα, με κάθειρξη έως οκτώ χρόνια και χρηματική ποινή τιμωρείται το αδίκημα αν τελείται με ανάρτηση στο διαδίκτυο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με ειδική πρόβλεψη για τους ανηλίκους αν ο δράστης είναι ενήλικος, αλλά και για τις περιπτώσεις που πρόκειται για υλικό μεταξύ (πρώην ή νυν) συντρόφων ή συζύγων. Ιδια είναι η ποινή σε περίπτωση sextortion, αν δηλαδή ο δράστης αποσκοπεί σε χρηματικό όφελος. Προβλέπει ακόμη και την περίπτωση που η διακίνηση του υλικού οδηγήσει σε απόπειρα αυτοκτονίας, ενώ αν οδηγήσει το θύμα στον θάνατο επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα χρόνων.

Το αδίκημα, όμως, ορίζεται αρκετά ασαφώς ως «κάθε πράξη με την οποία αποκαλύπτεται σε τρίτα πρόσωπα, χωρίς δικαίωμα του δράστη, πραγματική, αλλοιωμένη ή σχεδιασμένη εικόνα ή κάθε είδους οπτικό ή οπτικοακουστικό υλικό, στο οποίο αποτυπώνεται μη δημόσια πράξη άλλου που αφορά στη γενετήσια ζωή του, όπως για παράδειγμα φωτογραφίες, εικόνες ή βίντεο στα οποία απεικονίζεται η γενετήσια ζωή του θύματος».

Πρόκειται για έναν ορισμό από όπου απουσιάζει εντελώς η έννοια της συναίνεσης, καθιστώντας την προσπάθεια ποινικοποίησης της «εκδικητικής πορνογραφίας» προβληματική και παρωχημένη, αφού δεν περιλαμβάνει με σαφήνεια πολλές περιπτώσεις έμφυλης ψηφιακής κακοποίησης. Θα μπορεί, βάσει αυτού του ορισμού, μία γυναίκα να καταφύγει στη δικαιοσύνη αν είχε η ίδια στείλει οπτικοακουστικό υλικό, αλλά, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν συναινεί στον περαιτέρω διαμοιρασμό του; Εχει ο υπαίτιος «δικαίωμα» στον διαμοιρασμό αν συμμετέχει στο υλικό ή αν το έχει ο ίδιος βιντεοσκοπήσει;

Είναι παραλείψεις που επισημαίνει στην «Εφ.Συν.» το Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα», που, όπως τονίζει, η φράση «χωρίς δικαίωμα» είναι πέρα από περιοριστική και απολύτως ακατάλληλη για την αντιμετώπιση του φαινόμενου «καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας το άτομο που διακινεί το υλικό το κατέχει αφού το έχει μοιραστεί μαζί του το θύμα». Προτείνει δε την αντικατάσταση της φράσης «όποιος χωρίς δικαίωμα» με τη φράση «όποιος χωρίς τη συναίνεση του απεικονιζομένου».

Η «Διοτίμα» επισημαίνει ακόμη πως η ορολογία «εκδικητική πορνογραφία» δεν συνάδει «με την ορολογία που υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είναι περιοριστική καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τον πιο συμπεριληπτικό όρο «σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας» (image-based sexual abuse). Σύμφωνα με αυτόν, η «εκδικητική πορνογραφία» αποτελεί μόνο μία από τις εκφράσεις αυτής της μορφής έμφυλης κακοποίησης μέσω νέων τεχνολογιών, στην οποία εντάσσονται πολλές και διαφορετικές μορφές βίας»