Στα μαλακά έπεσαν με τη χθεσινή πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων και καταστροφής εγγράφων της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑ.ΣΥ. Α.Ε.).
Αθώοι κρίθηκαν ο πρώην επικεφαλής της ΣΤΑΣΥ, Νικ. Παπαθανάσης (νυν γενικός διευθυντής της Ν.Δ.), και ο νυν διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Γιώργος Θωμόπουλος, για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος.
Κατηγορούμενοι ήταν, επίσης, άλλα εννέα στελέχη της εταιρείας με κατηγορίες υπεξαίρεσης, υπεξαγωγής – καταστροφής εγγράφων και ψευδούς βεβαίωσης.
Το δικαστήριο, λόγω έλλειψης στοιχείων, αθώωσε και τους 9 κατηγορούμενους για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, ενώ καταδίκασε 3 από αυτούς σε ποινές κάθειρξης από 6 έως 6,5 χρόνια με αναστολή για τα υπόλοιπα αδικήματα.
Οι μάρτυρες
Το δικαστήριο είχε καλέσει ως μάρτυρες τους επιθεωρητές που διεξήγαγαν τους ελέγχους, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό, δεδομένου ότι οι ίδιοι είχαν εκτελέσει ανακριτικά καθήκοντα στη διάρκεια της προδικασίας.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι το αρχικό πόρισμα των Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης είχε διαπιστώσει ύστερα από 14 μήνες πλήρους οικονομικού ελέγχου ότι το μικτό ποσό του ελλείμματος έφτανε τα 350.000 ευρώ σε ό,τι αφορά τα εισιτήρια και 800.000 ευρώ σε ό,τι αφορά τα κουπόνια και τις κάρτες.
Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε για τη διαχειριστική περίοδο 2014 – 2016. Οπως γράφαμε σε σχετικό με το πόρισμα ρεπορτάζ, στη διάρκεια του ελέγχου κάποιοι φρόντισαν να βάλουν πίσω στον λογαριασμό της ΣΤΑΣΥ ένα ποσό περίπου 120.000 ευρώ, γι’ αυτό άλλωστε και το συνολικό έλλειμμα τελικά υπολογίστηκε στο 1 εκατ. ευρώ.
Πέραν όμως του πορίσματος των Επιθεωρητών, η μητρική εταιρεία της ΣΤΑΣΥ, δηλαδή ο ΟΑΣΑ, είχε την ίδια περίοδο αναθέσει στην ανεξάρτητη και αναγνωρισμένη διεθνώς εταιρεία ορκωτών λογιστών KPMG να πραγματοποιήσει οικονομικό έλεγχο για τη διαχειριστική περίοδο 2014-2016, αλλά και για την περίοδο 2011-2014.
Οι εμπειρογνώμονες της KPMG, διεξάγοντας τον έλεγχο, κατέληξαν, σε ό,τι αφορά τα εισιτήρια, στο ίδιο ακριβώς ποσό ελλείμματος, δηλαδή 340.000 ευρώ, ενώ για την προηγούμενη διαχειριστική χρήση, καταμετρώντας και συγκρίνοντας τα αποθέματα εισιτηρίων και τις πωλήσεις, διαπίστωσαν έλλειμμα 2 εκατ. ευρώ μόνο από τα εισιτήρια.
Η εταιρεία στην έκθεσή της αναφέρει ότι δεν ήταν δυνατό να υπολογίσουν με τις δικές τους μεθόδους το ποσό που τυχόν έλειπε από τις κάρτες, διότι οι κάρτες καταστρέφονται ανά σύντομα και τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα δύο πορίσματα κοινοποιήθηκαν στην ανακρίτρια το καλοκαίρι του 2017 και στη συνέχεια εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο όμως δεν δόθηκε -ούτε διέρρευσε- στη δημοσιότητα.
Με τη χθεσινή του απόφαση, το δικαστήριο αθώωσε τους κατηγορούμενους για το κακούργημα της υπεξαίρεσης. Αυτό που κάνει όμως εντύπωση είναι το πώς καταδικάστηκαν τρεις κατηγορούμενοι σε 6 χρόνια κάθειρξη, τη στιγμή που το σχετικό άρθρο 242 Π.Κ. προβλέπει για την υπεξαγωγή, καταστροφή και απώλεια εγγράφων από υπηρεσία ποινή φυλάκισης έως ενός έτους.
Δύο ερωτήματα
Σύμφωνα όμως με την επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου, «αν ο υπαίτιος κάποιας από τις (παραπάνω) πράξεις είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ».
Εδώ προκύπτει εύλογα το πρώτο ερώτημα: Χωρίς το δικαστήριο να υιοθετεί το σκέλος της υπεξαίρεσης 1 εκατ. ευρώ, πώς καταλήγει με απόφαση κάθειρξης για τους τρεις κατηγορούμενους;
Προκύπτει, όμως, κι ένα δεύτερο ερώτημα, ειδικά όταν υπάρχουν ενδείξεις από δύο εκθέσεις για χαμένα ποσά εκατομμυρίων.
Υπήρχε στο δικαστήριο πολιτική αγωγή και ποιος την είχε ορίσει, δεδομένου ότι η ΣΤΑΣΥ ανήκει πλέον στο υπερταμείο;
