Βιάστηκαν να πανηγυρίσουν οι αντιπολιτευτικές φωνές για τη… νιοστή απόφαση του ΣτΕ που έκρινε αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (!) αυτήν τη φορά τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα Λύκεια της χώρας. Η απόφαση ούτε νέα είναι ούτε με διευρυμένη πλειοψηφία ελήφθη.
Μάλιστα προκαλεί μεγάλη απορία το γιατί ο πρόεδρος του ΣτΕ δεν δημοσίευσε άμεσα και αυτό το σκέλος της απόφασης και χρειάστηκε ένα μήνα σχεδόν για να το κάνει. Ειδικά όταν με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, την ίδια σύνθεση και την ίδια ισχνή πλειοψηφία μέσα σε τρεις μόνο ώρες ελήφθησαν τόσο σημαντικές αποφάσεις. Θυμίζουμε ότι εκκλησιαστικοί κύκλοι και δύο μπαμπάδες είχαν προσφύγει εναντίον του Νόμου.
- Οπως αναφέραμε χαρακτηριστικά σε ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» (3/4/2018) ο πρόεδρος του ΣτΕ, κ. Σακελλαρίου, που ορίζει και τη σύνθεση της Ολομέλειας (απαρτίστηκε από 21 μέλη, εκ των οποίων οι τρεις ως αναπληρωματικοί δεν είχαν δικαίωμα ψήφου), εισήγαγε το αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση του πρώην υπουργού Παιδείας, Ν. Φίλη, για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία.
Υπήρξαν, όμως, και κάποιες άλλες παραφωνίες στην έκδοση της απόφασης, πέρα από το πρωτοφανές περιεχόμενό της. Αρχικά, δόθηκε στη δημοσιότητα μόνο ένα μέρος της απόφασης, χωρίς την καταγραφή, ως είθισται, και της άποψης των πέντε δικαστών της μειοψηφίας και των τριών που είχαν διαφορετικό σκεπτικό.
Το σκεπτικό των μειοψηφούντων εξασφάλισε και δημοσίευσε πρώτη η «Εφ.Συν.» (20/3/2018).
Αν κάποιος κάνει τις προσθέσεις, θα διαπιστώσει ότι, στην ουσία, 8 μέλη του ΣτΕ διατύπωσαν διαφορετική άποψη. Όπως προκύπτει, δηλαδή, οι ουσιαστικές ψήφοι είναι μόνο εννέα υπέρ της πλειοψηφίας. Η συγκρότηση μιας μειωμένης Ολομέλειας, όταν πρόεδρος, 10 αντιπρόεδροι και σχεδόν 50 σύμβουλοι αποτελούν το ΣτΕ, προκαλεί απορίες ως προς το κατά πόσον τελικά αντιπροσωπεύουν το δικαστήριο μόλις 9 άτομα.
Ειδικά όταν στη λήψη της απόφαση για τις ταυτότητες πήραν μέρος 35 δικαστές του ΣτΕ.
Επίσης, από την καθαρογραμμένη απόφαση λείπει η τελευταία πρόταση στην οποία καταλήγει η μειοψηφία των πέντε δικαστών και συγκεκριμένα:
«Επομένως, οι αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι ερείδονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως και των παιδαγωγικών επιλογών της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη και εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος εν προκειμένω είναι οριακός».
