Αν το ελληνικό κράτος δεν έβαζε εμπόδια στην ένταξη των προσφύγων που θέλουν να μείνουν και να δημιουργήσουν στην Ελλάδα, η Ιρίνα θα είχε πιθανότατα καταφέρει ήδη να έχει τη δική της επιχείρηση στην Αθήνα. Η επιχειρηματική της ιδέα είναι απλή και έχει όλες τις προϋποθέσεις της επιτυχίας. Η 35χρονη πρόσφυγας από την Ουκρανία διαπίστωσε, όταν έφτασε στην Αθήνα, ότι αφθονούσαν οι σφολιάτες και τα σνακ για ένα γρήγορο μεσημεριανό, αλλά ήταν δυσεύρετες οι πιο υγιεινές επιλογές, όπως οι φρέσκες σαλάτες που είχε συνηθίσει να παίρνει στο Κίεβο από τα λεγόμενα σάλαντ μπαρ, καταστήματα γρήγορης εστίασης που παρασκευάζουν επιτόπου σαλάτες με υλικά της επιλογής σου.
Οπως έμαθε αργότερα, σάλαντ μπαρ έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σποραδικά και στην Αθήνα, ιδίως σε πιο κεντρικές και ακριβές αγορές, στο Κολωνάκι και στο Σύνταγμα, όχι όμως στους Αμπελόκηπους όπου μένει η Ιρίνα, μια περιοχή πολυσύχναστη, λόγω των δικαστηρίων, της ΓΑΔΑ και άλλων μεγάλων υπηρεσιών και γραφείων, που την κάνουν ιδανική για μια εναλλακτική πρόταση για γρήγορο και ποιοτικό φαγητό.
Η πρόσφυγας, που στο Κίεβο είχε ανοίξει τη δική της μικρή επιχείρηση εκτελωνισμού ενόσω δούλευε παράλληλα δημοσιογράφος σε μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι, βρισκόταν το φθινόπωρο σε μάθημα ελληνικών στα γραφεία της οργάνωσης ΜΕΤΑδραση, όταν άκουσε για ένα πρόγραμμα υποστήριξης της επιχειρηματικότητας προσφύγων που ξεκινούσε με την υποστήριξη της Υπατης Αρμοστείας. Είπε την ιδέα της να δημιουργήσει ένα σάλαντ μπαρ αρχικά στους Αμπελόκηπους και αργότερα, αν πετύχει, και αλλού. «Ωραία ιδέα», της είπαν.
Από τις 80 προτάσεις που κατατέθηκαν, η επιχειρηματική ιδέα της Ιρίνας επιλέχτηκε μαζί με άλλες εννέα ιδέες αναγνωρισμένων προσφύγων, που διαθέτουν εργασιακή εμπειρία ή σπουδές και μιλούν ελληνικά ή και αγγλικά – άνθρωποι από το Τόγκο, τη Γουινέα, το Καμερούν, τη Σιέρα Λεόνε, την Αιθιοπία, τη Μιανμάρ, την Ακτή Ελεφαντοστού, το Κονγκό, που θέλουν να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση στους τομείς του λιανικού εμπορίου, της ομορφιάς, της πληροφορικής, της επισκευής κινητών και υπολογιστών, της εστίασης και του τουρισμού.
Στο πλαίσιο του προγράμματος υποστήριξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας προσφύγων που υλοποιεί από το φθινόπωρο η ΜΕΤΑδραση με την υποστήριξη της Υπατης Αρμοστείας (η δράση υλοποιείται δύο φορές τον χρόνο και εντάσσεται στο πρόγραμμα εργασιακής ενίσχυσης προσφύγων και μεταναστών Stepping Stone, που έχει αναπτύξει η οργάνωση από το 2017), οι πρόσφυγες που επιλέχθηκαν συμμετέχουν αρχικά σε έναν κύκλο σεμιναρίων και στη συνέχεια προχωρούν σε συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο με εξειδικευμένη σύμβουλο επιχειρήσεων με σκοπό να καταλήξουν σε ένα άρτιο επιχειρηματικό σχέδιο, ικανό να ξεπεράσει τα εμπόδια χρηματοδότησης του αρχικού κεφαλαίου.
«Το επόμενο βήμα μετά την ολοκλήρωση του επιχειρηματικού σχεδίου είναι να βγουν στην αγορά για να αναζητήσουν επιδότηση ή δάνειο. Αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία για τους πρόσφυγες», λέει η Μαρία Θεοδωροπούλου, σύμβουλος στο πρόγραμμα, με μακρά εμπειρία στη διαφήμιση και τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Εξηγεί: «Οι ελληνικές τράπεζες δεν δίνουν δάνεια παρά μόνο αν υπάρχει Ελληνας εγγυητής, που στην περίπτωση των προσφύγων είναι απαγορευτικό. Ή ζητάνε ταμειακή ασφάλεια, το λεγόμενο cash collateral. Για να σου δώσουν δηλαδή είκοσι χιλιάδες, ζητούν να έχεις άλλες είκοσι χιλιάδες στην τράπεζα, που είναι κι αυτό απαγορευτικό για τους πρόσφυγες. Πρέπει να υπάρξουν πολιτικές για να αλλάξει το καθεστώς χρηματοδότησης. Ας μην ξεχνάμε ότι το 25% του αμερικανικού ΑΕΠ προέρχεται από επιχειρήσεις μεταναστών και προσφύγων. Πρέπει να δούμε την επιχειρηματικότητα των προσφύγων σαν μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας κι όχι σαν εμπόδιο».
Από τη στιγμή που εντάχθηκε η Ιρίνα στο πρόγραμμα, πέρασε τον χειμώνα προετοιμάζοντας πυρετωδώς τα επιχειρηματικά της βήματα. Μελέτησε άρθρα για την εστίαση στην Ελλάδα, επισκέφθηκε εστιατόρια και μίλησε με τους ιδιοκτήτες και με το προσωπικό, πήγε στη λαχαναγορά του Ρέντη να μάθει για τις πρώτες ύλες και να βρει προμηθευτές, έψαξε πάγκους, βιτρίνες και εξοπλισμό εστιατορίου και χαρτογράφησε προσεκτικά τη Λουκάρεως απέναντι από τα δικαστήρια, σημειώνοντας τι καταστήματα εστίασης υπάρχουν και ποιοι χώροι είναι διαθέσιμοι για ενοικίαση.
«Οταν ήρθα, πίστευα ότι θα μείνω για δύο μήνες και θα γυρίσω στη χώρα μου. Αλλά δεν ξέρουμε πότε θα σταματήσει ο πόλεμος. Χρειαζόμουν δουλειά για να έχω κάποια χρήματα αλλά και για την ψυχική μου υγεία. Ο πατέρας μου είναι επιχειρηματίας. Οταν άνοιξα δική μου επιχείρηση στο Κίεβο, κατάλαβα ότι μπορώ να το κάνω και ότι μου ταιριάζει. Οι επιχειρήσεις έχουν κάτι πολύ δημιουργικό, πρέπει να δίνεις συνεχώς λύσεις. Μου αρέσει», λέει.
Στα μέσα της άνοιξης, λίγο πριν ξαναφύγει, όπως πέρσι το καλοκαίρι, για σεζόν στον τουρισμό στη Χαλκιδική, η Ιρίνα ήταν έτοιμη να ολοκληρώσει το επιχειρηματικό σχέδιο. Με τη βοήθεια της Μαρίας Θεοδωροπούλου, έκανε ασκήσεις συμπληρώνοντας πίνακες με τα έξοδα για μάρκετινγκ και για διαφήμιση, για δημιουργία ιστοσελίδας, για τη φωτογράφηση των προϊόντων, για την παρουσία του καταστήματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σκεφτόταν ιδέες και προσπαθούσε να υπολογίσει τα έξοδα για την προμήθεια πρώτων υλών, παίρνοντας υπόψη την αναμενόμενη απώλεια, το λεγόμενο food waste. «Θα έχεις σίγουρα απώλεια, δεν υπάρχει εστιατόριο στον πλανήτη χωρίς food waste. Tο μαρούλι μπορεί να χαλάσει, το αγγούρι να σαπίσει, δεν θα χρησιμοποιήσεις το 100% των υλικών», άκουσε να της λέει η κ. Θεοδωροπούλου.
Και της ζητούσε να κάνει υπομονή. «Δεν γίνεται να ανοίξεις την επιχείρηση μέσα σ’ έναν μήνα αφού νοικιάσεις τον χώρο. Πρέπει να υπολογίσεις τουλάχιστον δύο μήνες ενοίκια πριν ξεκινήσεις τις πωλήσεις και έχεις τα πρώτα έσοδα. Πρέπει να βγουν πάρα πολλές άδειες, από τον δήμο, από τις υπηρεσίες, να αναλάβει ο μηχανικός να κάνει σχέδια, υπάρχει πολλή γραφειοκρατία».
Kυρίως όμως υπάρχουν τα εμπόδια στη χρηματοδότηση. «Ισως δεν πρέπει να κάνεις αίτηση για επιχορήγηση εξοπλισμού μέχρι να δεις από πού αλλού θα μαζέψεις τα χρήματα. Γιατί θα δουν το επιχειρηματικό σχέδιο, θα τους αρέσει, θα σε φωνάξουν για συνέντευξη και θα σου πουν: “Ωραία, να σου δώσουμε 15 χιλιάδες, τα υπόλοιπα πού θα τα βρεις;”. Ισως μπορέσεις να πάρεις χρήματα από προγράμματα για την υγιή επιχειρηματικότητα που ξεκινάνε τώρα, να πάρεις και δάνειο και να μπορέσεις να ανοίξεις το μαγαζί», τη συμβούλευσε.
Το μίνι μάρκετ του Μαμαντού για όσους κυκλοφορούν νύχτα
Γυρνώντας αργά το βράδυ στο σπίτι του στην πλατεία Αμερικής από τη Γλυφάδα όπου δούλευε λάντζα σε εστιατόριο, ο Μαμαντού ήθελε να φτιάξει κάτι στα γρήγορα για φαγητό, αλλά μερικές φορές έβρισκε τα ντουλάπια άδεια προς μεγάλη του απογοήτευση. «Εβγαινα έξω για να βρω ένα μίνι μάρκετ να πάρω κάτι να φτιάξω με λίγη σάλτσα και ρύζι, αλλά ήταν όλα κλειστά. Η μόνη επιλογή ήταν τα σουβλατζίδικα. Ξέρω πολλούς στην περιοχή που γυρνάνε σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, όταν έχουν κλείσει τα πάντα. Αυτό μου έδωσε την ιδέα για ένα μίνι μάρκετ που θα μένει ανοιχτό μέχρι αργά, θα έχει προϊόντα από την πατρίδα μου και θα μπορεί να κάνει παράδοση στο σπίτι μ’ ένα τηλεφώνημα ή μ’ ένα μέιλ», λέει από τα γραφεία της ΜΕΤΑδρασης. Η ιδέα του εγκρίθηκε και ο Μαμαντού συμμετείχε στο πρόγραμμα που υλοποιεί η οργάνωση με την υποστήριξη της Υπατης Αρμοστείας. Εξηγεί το επιχειρηματικό του σχέδιο που ετοίμασε με τη βοήθεια της συμβούλου Μαρίας Θεοδωροπούλου.
To πρωί θα κρατά το μαγαζί η γυναίκα του, ο ίδιος θα αναλαμβάνει το απόγευμα και το βράδυ, τα δυο τους παιδιά θα τα προσέχουν εναλλάξ. Θ’ απευθυνθεί πρώτα στους γνωστούς, τους φίλους και τους συγγενείς που ζουν στην περιοχή. Θα κάνει προσφορές για να προσελκύσει κι άλλη πελατεία. Στόχος του είναι να φέρει προϊόντα από τη χώρα του μέσω ενός συμπατριώτη του που κάνει εξαγωγές στο Παρίσι και θα τα στέλνει στη συνέχεια εδώ. «Πρώτα όμως πρέπει να ανοίξω το μαγαζί. Οι εισαγωγές θα γίνουν στη συνέχεια. Στις επιχειρήσεις δεν πας κατευθείαν σε κάτι μεγάλο – ξεκινάς πρώτα από χαμηλά και προχωράς βήμα βήμα», λέει.

Τελείωσε Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Γουινέα, η γυναίκα του περιβαλλοντολόγος. Μετά την πρακτική του στο τμήμα πωλήσεων μεγάλης εταιρείας τηλεπικοινωνιών, άνοιξε τη δική του επιχείρηση προώθησης προϊόντων και στη συνέχεια δύο μίνι μάρκετ, το ένα στην πιο κεντρική αγορά της πρωτεύουσας Κονακρί. Μικρότερος έπαιζε ποδόσφαιρο και είχε γίνει γνωστός και η ανάμειξή του στην αντιπολίτευση ενοχλούσε. Μετά την άγρια καταστολή μιας απεργιακής κινητοποίησης, φυγαδεύτηκε στη γειτονική Σιέρα Λεόνε κι από κει στην Τουρκία.
Στην Ελλάδα ήρθε περνώντας τον Εβρο πριν από τρία χρόνια, όταν ήταν σχεδόν αδύνατο να καταγράψει το αίτημά του για άσυλο. Αναγκάστηκε να κοιμάται με την οικογένειά του σε σπίτια άλλων προσφύγων, στα σκαλιά εκκλησίας και εν τέλει στο καμπ της Κορίνθου, απ’ όπου έφευγε να δουλέψει εργάτης γης σε χωράφια της περιοχής και αργότερα πηγαινοερχόταν καθημερινά στην Αθήνα για να κάνει μαθήματα μαγειρικής, όσο περίμενε να αναγνωριστεί πρόσφυγας, όπως έγινε πολύ αργότερα.
«Είχα από νωρίς την ιδέα να κάνω μια επιχείρηση στην Αθήνα, όπως είχα στο παρελθόν. Αλλά έπρεπε πρώτα να έχω χαρτιά. Δεν είμαι μικρό παιδί, το ξέρω ότι δεν βρίσκομαι στη χώρα μου κι ότι δεν είναι εύκολη η ένταξη.
Πιστεύω ότι η ιδέα μου είναι καλή. Βέβαια είναι αποθαρρυντικά οι αυξήσεις στο ρεύμα, ο πληθωρισμός και η οικονομική κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, όμως το πρόβλημα είναι η χρηματοδότηση. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Προσπαθούμε για το καλύτερο και προχωράμε», λέει.
