Την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αρχής της μη επαναπροώθησης αλλά και της ενδελεχούς διερεύνησης καταγγελιών για προσβολές των δικαιωμάτων από τις εθνικές αρχές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογραμμίζει η Ίλβα Γιοχάνσον, απαντώντας σε ερώτηση 17 ευρωβουλευτών από τρεις πολιτικές ομάδες. Η ερώτηση, που κατατέθηκε με πρωτοβουλία του Κώστα Αρβανίτη, αφορούσε τις επαναπροωθήσεις από τη Βουλγαρία σε ελληνικό έδαφος προσφύγων και μεταναστών.
Η Επίτροπος παραπέμπει το θέμα στη Frontex, ζητώντας απαντήσεις για τα καταγγελλόμενα, γεγονός που δείχνει ότι αναγνωρίζει και τη δική της ευθύνη για τα τεκταινόμενα.
Στην ερώτηση, που συνυπογράφουν και οι έξι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, και η οποία κατατέθηκε έπειτα από καταγγελίες που έφτασαν στους ευρωβουλευτές της Αριστεράς/The Left Κώστα Αρβανίτη, Σίρα Ρέγκο και Κορνήλια Ερνστ κατά τη διάρκειά επίσκεψής τους σε προσφυγικές δομές στον Έβρο, σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι οι βουλευτές της Ομάδας της Αριστεράς «συνάντησαν θύματα βίαιης απέλασης προς την Ελλάδα από τις βουλγαρικές αρχές. Η ελληνική αστυνομία επιβεβαίωσε τουλάχιστον τρία περιστατικά “ομαδικών επαναπροώθησεων”, εκ των οποίων το ένα έλαβε χώρα πριν από ένα μήνα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. 75 άτομα εντοπίστηκαν σε ελληνικό έδαφος γυμνά, κακοποιημένα και χωρίς τα υπάρχοντά τους».
Προστίθεται δε ότι η «ελληνική αστυνομία επιβεβαίωσε στους βουλευτές του ΕΚ ότι υπάλληλοι του Frontex ήταν παρόντες κατά την εξέταση των θυμάτων των εν λόγω περιστατικών. Δεν μπόρεσαν να δώσουν εξήγηση ως προς το τι έκανε ο Frontex με τις πληροφορίες αυτές».
Η απάντηση της Ίλβα Γιόχανσον
Στην απάντησή της η Ευρωπαία επίτροπος «απονομιμοποιεί» τις καταγγελλόμενες πρακτικές των βουλγαρικών αρχών σημειώνοντας ρητά πως «η μεταφορά παράτυπα διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί αφεαυτής να θεωρηθεί επιστροφή βάσει του δικαίου της Ένωσης», υιοθετώντας στην πράξη τη συλλογιστική της ερώτησης και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ενεργειών. Αφήνει ωστόσο ανοιχτό ένα μικρό παράθυρο νομιμότητας κάνοντας λόγο για πιθανές «διμερείς συμφωνίες ή διευθετήσεις», πετώντας έτσι το «μπαλάκι» στις αρχές των δύο κρατών-μελών.
Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται η αναφορά της στην υποχρέωση ελέγχου των καταγγελιών παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναφορά που γίνεται μεν με αφορμή ερώτημα για ευθύνες των βουλγαρικών αρχών, ωστόσο γίνεται στον απόηχο της δημόσιας άρνησης της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει στη δημιουργία ανεξάρτητου ελεγκτικού μηχανισμού για όσα καταγγέλλονται στα σύνορα της χώρας.
Και όσον αφορά τη Frontex τονίζει ότι δεδομένου ότι η ερώτηση σχετικά με τις επακόλουθες ενέργειες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) όσον αφορά το καταγγελλόμενο επεισόδιο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οργανισμού, «η Επιτροπή ζήτησε από τον Frontex να παράσχει τα στοιχεία που ζήτησαν τα αξιότιμα μέλη του Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή θα αποστείλει στα αξιότιμα μέλη του Κοινοβουλίου την απάντηση του οργανισμού το συντομότερο δυνατόν».
