Θα μπορούσε το μακελειό του Σαββάτου να αποφευχθεί, αν η αστυνομία είχε αποκλείσει τα Βορίζια μετά την έκρηξη, το βράδυ της Παρασκευής; Κανένας, φυσικά, δεν θα το μάθει ποτέ, όμως η συζήτηση για την καθυστέρηση των αστυνομικών αρχών στα δραματικά γεγονότα των τελευταίων ωρών στην Κρήτη έχει ανοίξει για τα καλά. Και δεν είναι μόνο οι φραστικές επιθέσεις που δέχτηκαν αστυνομικοί στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, εκεί που οι συγγενείς της μίας οικογένειας έλεγαν «σας καλούσαμε επί ώρες ενώ δεχόμασταν απειλές, τώρα τι ήρθατε να κάνετε εδώ;». Είναι και η εσπευσμένη μετάβαση του αρχηγού της αστυνομίας και του επικεφαλής του «ελληνικού FBI», που δείχνει ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι χρειάζεται επί τόπου συντονισμός και, εντέλει, ότι είναι εκτεθειμένη η πολιτική ηγεσία για τον τρόπο χειρισμού της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Οσοι γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στη Μεσαρά, και ιδίως γύρω από τα συγκεκριμένα χωριά στη «ρίζα του Ψηλορείτη», κατανοούν πως η τοποθέτηση του ισχυρού εκρηκτικού μηχανισμού σε ένα σπίτι στα Βορίζια δεν ήταν μία απλή υπόθεση. Κανονικά μια τέτοια είδηση έπρεπε να σημάνει συναγερμό. Αλλά το αστυνομικό τμήμα Φαιστού είναι υποστελεχωμένο και στην ουσία υπολειτουργεί, οπότε μοιραία οι πυροτεχνουργοί που στάλθηκαν από το Ηράκλειο έπρεπε να ακολουθούνται και από ισχυρές δυνάμεις, για τον αποκλεισμό του χωριού και για την αποτροπή πράξεων αντεκδίκησης. Δυστυχώς, οι σφαίρες άρχισαν να πέφτουν ενώ οι λιγοστοί αστυνομικοί μόλις είχαν τελειώσει την αυτοψία στο σπίτι που είχε συμβεί η έκρηξη, κι ενώ επί περίπου 12 ώρες η υπόθεση αντιμετωπιζόταν ως περιστατικό ρουτίνας.
Από εκεί και πέρα, προφανώς δεν υπήρχε επιστροφή. Δύο νεκροί, 15 τραυματίες (ο ένας σοβαρά) και μεταξύ αυτών και ένα μικρό παιδί. Και χιλιάδες σφαίρες, άλλες στο ψαχνό, άλλες σε αυτοκίνητα, σε μπαλκόνια σπιτιών, να σφυρίζουν λίγα εκατοστά μόνο πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που έτυχε να βρεθούν στο κέντρο του χωριού.
Υπό αυτά τα δεδομένα, μάλλον πρέπει να θεωρούμε τύχη που ήταν μόνο αυτές οι απώλειες, λέγανε οι κάτοικοι στις κάμερες των τηλεοπτικών καναλιών. «Αν το χωριό είχε αποκλειστεί εγκαίρως μετά τη βόμβα, το μακελειό ίσως να είχε αποτραπεί», είναι η φράση που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ακούστηκε πολλές φορές.
Από φιάσκο σε φιάσκο
Στο Ηράκλειο, πάντως, η Αστυνομική Διεύθυνση εκείνη την ημέρα ήταν απασχολημένη με την προανάκριση για την υπόθεση της επίθεσης στον Μάκη Βορίδη. Λίγες μόνο ώρες νωρίτερα η αστυνομία είχε κάνει «ντου» στην κατάληψη Ευαγγελισμού (για τρίτη φορά σε δύο χρόνια), καθώς σύμφωνα με «έγκυρες πληροφορίες» εκεί είχαν βρει καταφύγιο τα άτομα που το περασμένο Σάββατο είχαν επιτεθεί με αυγά στον πρώην υπουργό. Εγιναν έξι συλλήψεις και στα ΜΜΕ διέρρεε πως πρόκειται για άτομα που βρίσκονταν υπό στενή παρακολούθηση από την Ασφάλεια και είχαν ταυτοποιηθεί.
Βέβαια, το πρωί του Σαββάτου, περίπου την ίδια ώρα που συνέβαινε το μακελειό στα Βορίζια, ο εισαγγελέας άφηνε ελεύθερους και τους έξι, αφού «δεν είχε ολοκληρωθεί η δικογραφία» και προφανώς δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να τους συνδέουν με την επίθεση στον Μάκη Βορίδη –οι μόνες κατηγορίες που τους αποδόθηκαν ήταν αποκλειστικά για την κατάληψη και όχι για την επίθεση. Αργότερα, το απόγευμα του Σαββάτου, όταν πια είχε ξεκινήσει ο συναγερμός της αστυνομίας για τα Βορίζια, τα μέλη της Συνέλευσης Ευαγγελισμού και των αναρχικών συλλογικοτήτων επέστρεψαν κάνοντας επανακατάληψη στο κτίριο που, ωστόσο, είχε μείνει αφύλακτο.
Με όλα αυτά, μάλλον ήταν μονόδρομος η κάθοδος της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. στην Κρήτη, με πληροφορίες να αναφέρουν ότι εκφράστηκε η σαφής δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς σε τοπικό επίπεδο. Πλέον τα Βορίζια είναι ζωσμένα από πάνοπλους αστυνομικούς με full face κουκούλες και αλεξίσφαιρα, που προσφέρουν μερικά εντυπωσιακά πλάνα στις τηλεοπτικές κάμερες. Οι εικόνες θυμίζουν την υπόθεση των Ζωνιανών, το 2008. Μόνο που όσοι ξέρουν λένε πως όλα αυτά γίνονται πολύ αργά και μόνο για το θεαθήναι. Το ζήτημα της οπλοκατοχής είναι και πάλι με δραματικό τρόπο στην επικαιρότητα. Το ποιοι έχουν όπλα και τα επιδεικνύουν με κάθε αφορμή, είναι γνωστό. Μόνο που, ακόμα κι αν γίνει μια σύλληψη, μετά αρχίζουν τα τηλέφωνα και το πράγμα τελειώνει όμορφα και νοικοκυρεμένα. Και σε αυτό το μοτίβο δεν φαίνεται να περιμένει κανείς σημαντικές αλλαγές.
