Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εδώ και καιρό, οι άνθρωποι του ποδοσφαίρου ζητούν την εισαγωγή του πραγματικού χρόνου στο ποδόσφαιρο, συγκεκριμένα της καθαρής διάρκειας μίας ώρας για τα παιχνίδια. Διαιτητές, ποδοσφαιριστές και προπονητές όπως ο Κάρλο Αντσελότι ή ο Τσάβι, όλοι δείχνουν θετικοί προς την κατεύθυνση αυτή. Ατομα μεγαλωμένα μέσα στο παλιό, καλό, παραδοσιακό ποδόσφαιρο. Και έρχονται να τους δικαιώσουν οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με συνολικές καθυστερήσεις που ξεπερνούν τα 15-20 λεπτά – καθ’ υπόδειξη και του αφεντικού της διαιτησίας στη FIFA, Πιερλουίτζι Κολίνα.

Ας πάμε όμως αρκετά πίσω. Σύμφωνα με την… παλαιά διαθήκη, ο αγώνας διαρκούσε 90 λεπτά με γνώμονα το ρολόι του διαιτητή, ο οποίος σταματούσε τον χρόνο για οφθαλμοφανείς -και αποδεκτούς από τους πάντες- λόγους. Λογικές διακοπές θεωρούνταν τα άουτ και τα φάουλ, οπότε το παιχνίδι συνεχιζόταν χωρίς χρονοτριβές. Σε κάθε άλλη διακοπή, όπως σοβαρός τραυματισμός, επεισόδια στις εξέδρες, εισβολή παρείσακτων στο γήπεδο (δίποδων ή… τετράποδων), ο διαιτητής σταματούσε τον χρονομέτρη του και τον ξεκινούσε πάλι όταν το πρόβλημα λυνόταν. Αυτό συνέβαινε επίσης όταν θεωρούσε ότι ένας παίκτης επίτηδες καθυστερούσε την επανέναρξη του παιχνιδιού – κάτι που παλαιότερα τιμωρούνταν συχνότερα και αυστηρότερα απ’ ό,τι σήμερα. Ο αγώνας συνεχιζόταν έως ότου το ρολόι του διαιτητή έδειχνε τη συμπλήρωση 90 λεπτών. Ο πραγματικός χρόνος παιχνιδιού ήταν πάνω-κάτω μία ώρα.

Πολύ απλή διαδικασία, αλλά και διαφορετικές τότε οι συνθήκες. Δεν υπήρχαν αλλαγές, εκτός από την αντικατάσταση του τερματοφύλακα σε περίπτωση τραυματισμού – μάλιστα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών δεν ίσχυε ούτε αυτό.

Από τα προκριματικά του Μουντιάλ 1954 επιτράπηκαν οι αλλαγές στη διάρκεια των αναμετρήσεων. Και έκτοτε η αίσθηση του χρόνου στο ποδόσφαιρο έχει αλλάξει κατά πολύ.

Οι δύο αλλαγές έγιναν τρεις, οι τρεις έγιναν πέντε την τελευταία διετία λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, συν άλλη μία σε αγώνες με παράταση. Προέκυψε παράλληλα η μόδα να πετάγεται η μπάλα έξω κάθε φορά που κάποιος πέφτει ή τον ρίχνουν κάτω. Η εμφάνιση του τέταρτου διαιτητή έφερε και τις διενέξεις με τους δύο πάγκους και τις διακοπές κάθε φορά που πρέπει να ενημερώσει τον διαιτητή ώστε αυτός με τη σειρά του να κάνει παρατηρήσεις ή να βγάλει κίτρινη ή κόκκινη κάρτα. Και από το 2018 υπάρχει και το VAR με τις χρονοβόρες διαπραγματεύσεις γύρω από το τι έδειξαν οι κάμερες και τι -δεν- είδαν οι διαιτητές και βοηθοί στον αγωνιστικό χώρο. Συν, τους καλοκαιρινούς μήνες, το cooling break που λειτουργεί σαν μπασκετικό τάιμ άουτ για τους προπονητές. Επίσης είναι συχνά τα πηγαδάκια γύρω από τον διαιτητή κάθε φορά που το σφύριγμά του δεν αρέσει στους μεν ή τους δε, αλλά και οι παύσεις του ρέφερι στην εκτέλεση των κόρνερ ώστε να δώσει οδηγίες και να μοιράσει προειδοποιήσεις για πράγματα που οι παίκτες γνωρίζουν από τα τσικό. Και ας μην ξεχάσουμε και τα οφθαλμοφανή οφσάιντ των 5 μέτρων που οι βοηθοί διαιτητή υποδεικνύουν πλέον αφού ολοκληρωθεί η φάση.

Οι περισσότερες από τις διακοπές αυτές ξεπερνούν τη δυνατότητα του διαιτητή να ελέγξει τον καθαρό χρόνο παιχνιδιού με τον παλιό τρόπο. Τα Χ λεπτά που εμφανίζονται στο ταμπελάκι του 4ου διαιτητή ως καθυστερήσεις είναι τελείως αυθαίρετα, γιατί υπάρχει νεκρός χρόνος και στις καθυστερήσεις. Γι’ αυτό και πάντα υπάρχουν παράπονα στο τέλος…

Σύμφωνα με τους παλιούς κανονισμούς, ο διαιτητής έληγε το παιχνίδι αδιαπραγμάτευτα στα 90 λεπτά του χρονομέτρου του. Η μόνη παραχώρηση ήταν για πέναλτι που σφυριζόταν ακριβώς στη λήξη. Στην περίπτωση αυτή, ο ρέφερι το άφηνε να εκτελεστεί, αλλά χωρίς συνέχεια μετά το σουτ – όπως γίνεται δηλαδή στη διαδικασία των πέναλτι μετά την παράταση, όπου απαγορεύεται το ριμπάουντ. Σήμερα, το πέναλτι φέρνει κόρνερ, και άλλο κόρνερ, και γέμισμα… Δείχνει το ρολόι πάνω από 100 λεπτά και έχουν παιχθεί μόλις 40’.

Εδώ και χρόνια το ποδόσφαιρο έχει υιοθετήσει αρκετά στοιχεία από το μπάσκετ και τα άλλα αμερικανικά σπορ: τις αλλαγές, τα στάνταρ νούμερα στις φανέλες, τους περισσότερους διαιτητές, τη στατιστική απεικόνιση, τα ριπλέι (VAR)… Ισως είναι πλέον καιρός να εισαχθεί και η καταμέτρηση του πραγματικού χρόνου.