Εν έτει 2022, το εγχώριο Κύπελλο θεωρείται ο τρίτος θεσμός σε σημασία, αν οι σύλλογοι της «γηραιάς ηπείρου» αγωνίζονται σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Αρκετές διοικήσεις και προπονητές, μάλιστα, θεωρούν το Κύπελλο ως απλή επιβάρυνση στο καλαντάρι ή ευκαιρία να κάνουν ροτέισον και/ή να τσεκάρουν τους παίκτες με μικρότερη συμμετοχή ή φιντανάκια του ρόστερ.
Στην Ισπανία, όμως, υπάρχει η Αθλέτικ Μπιλμπάο. Μια ομάδα που έχει βαθιά στο DNA της τον σεβασμό στον θεσμό αυτόν, όσο κι αν φέρει το όνομα του βασιλιά («Κόπα δελ Ρέι») ή, παλαιότερα, του δικτάτορα Φράνκο («Κόπα δελ Χενεραλίσιμο»). Στη διοργάνωση αυτή των νοκ άουτ αγώνων με τη συναρπαστική εξέλιξη, η ομάδα των Βάσκων μετράει 23 επιτυχίες – και είναι μόλις δεύτερη στη σχετική λίστα, πίσω από την Μπαρτσελόνα.
Η ξεχωριστή σχέση της Μπιλμπάο με τη διοργάνωση του Κυπέλλου αποδεικνύεται και φέτος, όπου διαδοχικά απέκλεισε την Μπαρτσελόνα (στη φάση των «16») και προχθές τη Ρεάλ Μαδρίτης στα προημιτελικά! Με πειστικές και ποιοτικές εμφανίσεις.
Το ότι είναι ακόμα σε θέση η Μπιλμπάο να ξεχωρίζει ανάμεσα στα μεγαθήρια και να παραμένει –μαζί με τις Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα– η μοναδική ομάδα στην Ισπανία που δεν έχει ποτέ υποβιβαστεί στα 93 χρόνια της Λίγκας είναι θαύμα. Κυρίως λόγω των περιορισμών που επιβάλλει η παράδοση του συλλόγου στη μεταγραφική της δραστηριότητα.
Ο μοναδικός χαρακτήρας της Αθλέτικ Μπιλμπάο εξηγείται από τον «γάμο» μεταξύ αθλητισμού και πολιτικής. Οταν ο σύλλογος συμπλήρωσε τα 100 χρόνια του το 1998, ο πρόεδρός του Μπιλμπάο Χοσέ Μαρία Αράτε –μέλος του PNV (Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα), όπως όλοι οι προκάτοχοί του– έγραψε: «Η Αθλέτικ Μπιλμπάο είναι κάτι παραπάνω από σύλλογος. Είναι συναίσθημα, οπότε ο τρόπος που λειτουργεί δεν εξηγείται με τη λογική. Θέλουμε μόνο οι γιοι των χωμάτων αυτών να εκπροσωπούν τον σύλλογό μας. Και αυτή η επιθυμία μάς κάνει να ξεχωρίζουμε ως αθλητική οντότητα και όχι ως επιχείρηση. Θέλουμε να κάνουμε τα αγόρια άντρες, όχι μόνο ποδοσφαιριστές. Και κάθε φορά που ένας παίκτης από τα φυτώριά μας κάνει το ντεμπούτο του, αισθανόμαστε ότι έχουμε πετύχει έναν στόχο που εναρμονίζεται με την ιδεολογία των ιδρυτών και των προγόνων μας».
Μια ιδεολογία ξεχωριστή στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και ειδικά στην Ευρώπη, όπου οι «χαρτογιακάδες» των γραφείων έχουν μάτια μόνο για τις αγορές της Μέσης και Απω Ανατολής, οπότε ανάλογα διαμορφώνουν το έμψυχο υλικό τους, αναζητώντας τα μεγάλα ονόματα που πουλάνε. Αν δεν υπήρχαν μάλιστα οι κανονισμοί της UEFA για την ύπαρξη ενός μίνιμουμ αριθμού γηγενών παικτών, ώστε να συμμετέχουν οι ομάδες στις διοργανώσεις της, πιθανότατα το τοπικό στοιχείο να είχε εξαφανιστεί τελείως από τα ρόστερ τους.
Η Αθλέτικ όμως ξεχωρίζει. Μπορεί να μην είναι μαγαζί με την εμπορική έννοια του όρου, όμως δεν είναι ούτε μια απλή αθλητική οντότητα. Αποτελεί βασικό μέρος του βασκικού μύθου, σε σημείο μάλιστα να μην ξέρει κανείς πού τελειώνει το ένα και ξεκινά το άλλο. Πάντα ίσχυε αυτό. Δεν είναι σύμπτωση η εμφάνιση της Αθλέτικ με την αυξανόμενη επιρροή τού PNV στις αρχές του 20ού αιώνα. Και η υπεροχή της στα 28 χρόνια που μεσολάβησαν έως τη δημιουργία της επαγγελματικής ποδοσφαιρικής λίγκας στην Ισπανία εξασφάλισε ότι το μήνυμα του βασκικού εθνικισμού μεταδιδόταν διαμέσου των επιτυχιών της ομάδας. Τα συμφέροντα του PNV και των μελών της Αθλέτικ συνέπιπταν: και τα δύο σύνολα επιθυμούσαν μια επιτυχημένη Μπιλμπάο και μια αυτόνομη Χώρα των Βάσκων. Η ταύτιση αυτή αποδείχτηκε και όταν αναδείχτηκε ο πρώτος νόμιμος πρόεδρος της Χώρας των Βάσκων, ο Χοσέ Αντόνιο Αγκίρε – επρόκειτο για πρώην παίκτη της Αθλέτικ.
Η πολιτική της «καντέρα» (των φυτωρίων δηλαδή), η αρχή τού να επιλέγονται μόνο Βάσκοι παίκτες για την ομάδα, είναι βασικός πυλώνας του «γάμου» της πολιτικής και του αθλητισμού, και τονίζει το πόσο ξεχωριστός είναι αυτός ο σύλλογος. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μόνο στις εθνικές ομάδες παίζει ρόλο ο τόπος γέννησης ενός παίκτη. Ακόμα και εκεί όμως, οι νόμοι είναι πιο χαλαροί απ’ ό,τι της Αθλέτικ, που δεν επιτρέπει «νατουραλιζέ» περιπτώσεις, αλλά απαιτεί οι παίκτες να έχουν γεννηθεί και θραφεί στα βασκικά χώματα, ένθεν κακείθεν των Πυρηναίων Ορών, είτε από την ισπανική είτε από τη γαλλική πλευρά. Οπότε, κατά μία έννοια, η Αθλέτικ είναι κατ’ ουσία εθνική ομάδα, πρεσβευτής της βασκικής ταυτότητας.
Ο ξεχωριστός αυτός χαρακτήρας της Μπιλμπάο τής δημιουργεί προβλήματα, είναι η αλήθεια. Σε μια εποχή άκρατου επαγγελματισμού και εμπορικοποίησης του ποδοσφαίρου, η δεξαμενή στην οποία «ψαρεύει» τους παίκτες που θα την ενισχύσουν είναι απείρως μικρότερη σε σχέση με των υπόλοιπων συλλόγων της Πριμέρα Ντιβισιόν.
Επιπλέον, έχει επιδοθεί σε ένα ανελέητο «παιδομάζωμα» για τα φυτώριά της, γυμνώνοντας τους υπόλοιπους βασκικούς συλλόγους. Ομως μέσα στον 21ο αιώνα, όπου το χρήμα αποδεικνύεται αδυσώπητο και συντρίβει ιδεολογίες ανά την υφήλιο, σε αυτή τη ζώνη γης στη βόρεια πλευρά της ιβηρικής χερσονήσου διεξάγεται διαρκής πάλη για να διατηρηθεί η βασκική ταυτότητα. Και η πάλη αυτή είναι σημαντικότερη από τις ανάγκες του συλλόγου.
Ιστορικά η πρώτη κορυφαία ομάδα της Λίγκας
Το 1931, μόλις δύο χρόνια μετά την επίσημη ίδρυση της Πριμέρα Ντιβισιόν, η (πρωταθλήτρια) Αθλέτικ διένυε μία από τις κορυφαίες σεζόν της, υπό τις οδηγίες του Αγγλου Πέντλαντ. Διέθετε εκπληκτική επιθετική γραμμή, που απαρτιζόταν από τους Λαφουέντε, Ιραραγκόρι, Μπάτα, Τσίρι και Γκοροστίθα. Στο πρωτάθλημα είχε κάνει το «μπαμ» κερδίζοντας τη Ρεάλ Μαδρίτης με 0–6 στο Τσαμαρτίν, στο γήπεδο το οποίο αργότερα έδωσε τη θέση του στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου». Ηταν τέτοια η εμφάνιση των Βάσκων που το μαδριλένικο κοινό τούς αποθέωσε χειροκροτώντας τους επί ώρα – φιλοφρόνηση για την οποία η Αθλέτικ ευχαρίστησε αργότερα με επίσημη επιστολή προς τα γραφεία της Ρεάλ Μαδρίτης.
Ομως ο βασκικός σύλλογος είχε πάρει φόρα. Στον πρώτο αγώνα του β’ γύρου του πρωταθλήματος υποδέχτηκε την Μπαρτσελόνα στο «Σαν Μαμές», τον επονομαζόμενο «Καθεδρικό ναό», και για πρώτη φορά στην ισπανική λίγκα καταγράφηκε διψήφιο σκορ: 12–1! Ο αφηνιασμένος Μπάτα πέτυχε 7 γκολ. Μάλιστα οι αρθρογράφοι της εποχής μιλούσαν για το δίλημμα των γηπεδούχων: «Δεν ήξεραν αν πρέπει να σταματήσουν να σκοράρουν σε ένδειξη σεβασμού προς τους ηττημένους ή να υπακούσουν στον άγραφο νόμο του ποδοσφαίρου και να δώσουν ό,τι έχουν στον αγωνιστικό χώρο». Εκείνη τη σεζόν, η Αθλέτικ κατέκτησε τον δεύτερο τίτλο της (από τους οκτώ που μετράει συνολικά), ο Γκόρα αναδείχτηκε κορυφαίος σκόρερ με 29 γκολ σε 18 παιχνίδια και το 12–1 επί της Μπαρτσελόνα παραμένει, 91 χρόνια αργότερα, η μεγαλύτερη σε έκταση νίκη στην ιστορία της Πριμέρα Ντιβισιόν!
