Το αρρωστημένο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στο ευρωπαϊκό μπάσκετ εξαιτίας του ανένδοτου πολέμου που έχει ξεσπάσει μεταξύ της FIBA και της Ευρωλίγκας σε συνδυασμό με τα νέα επεισόδια που προστέθηκαν με αφορμή τα παράθυρα των προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο το οποίο θα φιλοξενηθεί το 2019 (31 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίου) στην Κίνα, φέρνουν την εθνική ομάδα και κατ’ επέκταση το ελληνικό μπάσκετ σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.
Αφ’ ενός γιατί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η διοίκηση της Ομοσπονδίας έχει να πάρει την πρώτη ζωτικής σημασίας απόφαση, να επιλέξει τον νέο ομοσπονδιακό τεχνικό, ο οποίος θα αναλάβει να συγκροτήσει μια αξιόμαχη ομάδα προκειμένου να διεκδικήσει την πρόκριση στο Παγκόσμιο της Κίνας. Η αποστολή αυτή, που ξεκινάει στις 24 Νοεμβρίου με την εκτός έδρας αναμέτρηση κόντρα στη Μ. Βρετανία και συνεχίζεται στις 27 του ίδιου μήνα με την εντός έδρας αναμέτρηση κόντρα στο Ισραήλ (τον όμιλο συμπληρώνει η Εσθονία), γίνεται ακόμη δυσκολότερη αν αναλογιστούμε ότι ο προπονητής αυτός δεν θα έχει στη διάθεσή του κανέναν από τους NBAers της ομάδας (Γ. Αντετοκούνμπο, Παπαγιάννη, Κουφό, Ντόρσεϊ) και κανέναν από τους δώδεκα που συμμετείχαν στην αποστολή σε Ελσίνκι και Κωνσταντινούπολη), αφού θα παίζουν στην Ευρωλίγκα και ο Μπουρούσης θα βρίσκεται στην Κίνα.
Αυτό σημαίνει ότι το βάρος θα πέσει σε ένα κράμα παικτών το οποίο θα απαρτίζεται από κάποιους συγκριτικά πιο έμπειρους που θα αγωνίζονται κατά βάση στις ομάδες της δεύτερης ταχύτητας του ελληνικού πρωταθλήματος (ΑΕΚ, Αρης, ΠΑΟΚ), οι οποίες συμμετέχουν στο Τσάμπιονς Λιγκ της FIBA, αλλά και από ορισμένα μέλη της Εθνικής Νέων, η οποία πρόσφατα στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Οσο βατά κι αν φαίνονταν στη θεωρία τα ονόματα των αντιπάλων, κάτω από τις παρούσες συνθήκες και με βάση το σύστημα (περνάνε οι τρεις από τον όμιλο και συνεχίζουν σε έναν άλλο, μεταφέροντας τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης) κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι εύκολο η δεύτερη ελληνική ομάδα να νικήσει την πλήρη Μ. Βρετανία, την πλήρη Εσθονία και το πλήρες Ισραήλ (φέτος δεν είχε κανέναν παίκτη της Μακάμπι), ειδικά εκτός έδρας.
Το βασικό ερώτημα είναι πλέον πώς διαμορφώνεται ο χάρτης των υποψηφίων να φορέσουν τη φανέλα με το εθνόσημο και να σηκώσουν στις πλάτες τους την ευθύνη μιας τέτοιας προσπάθειας.
Μια πρώτη, θεωρητική προσέγγιση μπορεί να γίνει ανά θέση λαμβάνοντας υπ’ όψιν το τρίπτυχο ικανότητα, εμπειρία και προοπτικές, χωρίς να αποκλείεται να προκύψουν και ονόματα που θα επιλεγούν με βάση τις αγωνιστικές ιδέες που θέλει να εξυπηρετήσει ο προπονητής.
Για τη θέση του πλέι μέικερ ξεχωρίζει ένα δίδυμο με παραστάσεις που έχει φορέσει τη φανέλα της Εθνικής Ανδρών και το αποτελούν ο Βασίλης Ξανθόπουλος και ο Γιάννης Αθηναίου, αλλά και ένα γκρουπ ανερχόμενων παικτών προεξάρχοντος του πιο βελτιωμένου παίκτη της περσινής σεζόν, Αντώνη Κόνιαρη. Υποψηφιότητα μπορούν να θέσουν ο βελτιωμένος Νίκος Γκίκας και ο σκληροτράχηλος Δημήτρης Κατσίβελης. Στη θέση του σούτινγκ γκαρντ, συναντάμε τον πιο σίγουρο απ’ όλους, τον Γιαννούλη Λαρεντζάκη, ο οποίος άλλωστε συμμετείχε στη φετινή προετοιμασία και δείχνει ότι σταδιακά ανεβαίνει τα σκαλιά της μπασκετικής ιεραρχίας. Χώρος υπάρχει και για τον Χάρη Γιαννόπουλο, που προέρχεται από τις μικρές Εθνικές και έχει πάρει πολλά παιχνίδια στα πόδια του με το Ρέθυμνο. Από εκεί και πέρα οι νεαροί Μουράτος, Φλιώνης, Μωραΐτης, Καλαϊτζάκης, Λούντζης, Χριστοδούλου και Σταμάτης μπορούν να διεκδικήσουν θέσεις ανάλογα με τον αριθμό των γκαρντ που θα θελήσει να έχει στη διάθεσή του ο προπονητής. Στις θέσεις από το «τρία» ώς το «πέντε» συναντάμε πολλούς παίκτες που κατά καιρούς έχουν χριστεί διεθνείς, αλλά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας δεν κατάφεραν να μονιμοποιηθούν.
Στο «τρία» ξεχωρίζουν ο Βλάντο Γιάνκοβιτς, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ο Λεωνίδας Κασελάκης, ο Χρήστος Σαλούστρος και ο Λίνος Χρυσικόπουλος, στο «τέσσερα» ο Λουκάς Μαυροκεφαλίδης, ο Ντούσαν Σάκοτα, ο Μιχάλης Τσαϊρέλης και ο Γιώργος Τσαλμπούρης, ενώ στο «πέντε» δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να δώσει κανείς προβάδισμα στο Βασίλη Καββαδά, τον Δημήτρη Μαυροειδή, τον Ζήση Σαρικόπουλο αλλά και τον ανερχόμενο Θοδωρή Καρρά.
Πάνω-κάτω αυτοί θα είναι οι «γενναίοι» οι οποίοι θα αναλάβουν το χρέος να κρατήσουν ψηλά την ελληνική σημαία για τη επόμενη τριετία γιατί, κακά τα ψέματα, αν χαθεί η πρόκριση για το Παγκόσμιο του 2019, ουσιαστικά σβήνει και το όνειρο για συμμετοχή στους Ολυμπιακούς του 2020, αφού οι δύο διοργανώσεις συνδέονται. Για κάποιους από αυτούς, τους μικρότερους, ίσως είναι η ευκαιρία να επιβεβαιώσουν ότι το μέλλον τούς ανήκει και για άλλους να αποδείξουν ότι μέχρι τώρα δικαιούνταν περισσότερες ευκαιρίες. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι λίγο να νιώθεις ότι στη δύσκολη στιγμή είσαι εκεί και προσπαθείς να βοηθήσεις την επίσημη αγαπημένη να μείνει στην πρώτη γραμμή.
