Το καυτό ζήτημα του ντοπαρίσματος των Ρώσων αθλητών δεν είναι κάτι νέο, επισημαίνει σε πρόσφατο εκτενές ρεπορτάζ της η εφημερίδα «The Moscow Times», στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει ότι με βάση τις ιστορικές αποδείξεις, αλλά και τα αποτελέσματα των τεστ anti-dopping το ντοπάρισμα των αθλητών ξεκίνησε πριν από αρκετές δεκαετίες και συγκεκριμένα στη δεκαετία του ’50.
Κι αυτό επειδή η διεθνής προβολή της κραταιάς ΕΣΣΔ εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς διακρίσεις που αποσπούσαν οι αθλητές της. Και τα κατάφεραν πολύ καλά αν κρίνει κανείς από τα 1.204 ολυμπιακά μετάλλια που κατέκτησε η ΕΣΣΔ από το 1952 έως το 1991, οπότε διαλύθηκε.
Αριθμός-ρεκόρ, ο οποίος για πολλούς θεωρήθηκε υπερβολικός για να είναι «τίμιος» οδηγώντας πολλούς ειδικούς στην εκτίμηση ότι η χρήση σκευασμάτων αποτελούσε καθημερινή και συνήθη πρακτική.
Γεγονός παραμένει -όπως επισημαίνει η μοσχοβίτικη εφημερίδα- ότι η πλήρης μυστικότητα που επικρατούσε στα σοβιετικά εργαστήρια καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο τον εντοπισμό των ουσιών, πολλώ δε μάλλον την απαγγελία κατηγοριών για τη χρήση τους.
Ετσι, στους θερινούς Αγώνες του 1980 στη Μόσχα, τότε που οι έλεγχοι ντόπινγκ βρίσκονταν σε εμβρυϊκό στάδιο, και οι 645 αθλητές που ελέγχθηκαν βρέθηκαν «καθαροί»!
Οπως τόνισε στην εφημερίδα ο δρ Μίχαελ Καλίνσκι, «η έρευνα των ιατρικών και βιολογικών στοιχείων στον αθλητισμό αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της αθλητικής ατζέντας της τότε Σοβιετικής Ενωσης».
Ο Καλίνσκι, ο οποίος από το 1972 μέχρι το 1991 διατέλεσε επικεφαλής του Ινστιτούτου Φυσικής Αγωγής του Κιέβου, αποκάλυψε ακόμη ότι «όλες οι εντολές για την οργάνωση και χρηματοδότηση της έρευνας για ουσίες δίνονταν από ένα κεντρικό και εξαιρετικά μυστικοπαθές σύστημα».
Μάλιστα στις δεκαετίες ’70 και ’80 η Κρατική Επιτροπή Αθλητισμού έδωσε εντολή σε πολλά ινστιτούτα όπως του Κιέβου να προχωρήσουν σε εκτεταμένες έρευνες και μελέτες για τα σκευάσματα που θα βελτίωναν θεαματικά τις επιδόσεις των αθλητών, ειδικά στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Οπως αποκάλυψε ο Καλίνσκι, οι έρευνες αυτές διεξάγονταν συγχρόνως σε τουλάχιστον 28 κρατικά ινστιτούτα.
Ηταν τότε που οι Σοβιετικοί επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η χορήγηση κρεατίνης, οργανικού οξέος που αυξάνει τη μυϊκή δύναμη, μπορούσε να βελτιώσει κατά 1% τις επιδόσεις ενός σπρίντερ στα 100 μέτρα και κατά 1,7% στο διακοσάρι, κάτι που θα έκανε τη διαφορά (!) μεταξύ του χρυσού και του αργυρού μεταλλίου.
Ωστόσο οι έρευνες-«ανακαλύψεις» των Σοβιετικών δεν σταμάτησαν στην κρεατίνη. Ο Καλίνσκι πρόσθεσε ότι κρατικοί αξιωματούχοι, γιατροί ομάδων και επιστήμονες ειδικευμένοι στη φαρμακολογία έδιναν τις ουσίες στους προπονητές, οι οποίοι με τη σειρά τους, πιεζόμενοι ασφυκτικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα, τις χρησιμοποιούσαν για να «βγάλουν» νικητές.
Οπως αποκάλυψε ακόμη ένας ειδικός, ο Νικολάι Βολκόφ, πρόεδρος του τμήματος βιοχημείας και βιοενέργειας του κρατικού Πανεπιστημίου Φυσικής Αγωγής, την ίδια περίοδο δύο κρατικά ινστιτούτα πραγματοποίησαν έρευνες για το «τέλειο» ντοπάρισμα, αυτή τη φορά επεμβαίνοντας στο ίδιο το αίμα των αθλητών.
Αυτή η ιατρική διαδικασία αυξάνει τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται θεαματικά οι επιδόσεις τους. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι το ντοπάρισμα του αίματος ήταν και παραμένει απαγορευμένη πρακτική από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή.
Μάλιστα, βάσει ερευνών που πραγματοποίησε ο Βολκόφ, κολυμβητές, ποδηλάτες, σκιέρ και παγοδρόμοι έκαναν χρήση ντόπινγκ στο αίμα τους συστηματικά στους Αγώνες του Μόντρεαλ το 1976 και το 1980 στους Αγώνες της Μόσχας.
Το αντίθετο πάντως υποστηρίζει ο κολυμβητής Νικολάι Σαλνίκοφ («το Τέρας των Κυμάτων»), ο πρώτος αθλητής που έκανε τα 800 μέτρα ελεύθερης κολύμβησης σε λιγότερο από 8 λεπτά. «Ποτέ δεν πήρα απαγορευμένες ουσίες» υποστήριξε. «Η σκληρή προπόνηση και η δίαιτα που ακολουθούσα ήταν αρκετές για να μου χαρίσουν τη νίκη» επιμένει.
Η περίπτωση Σαλνίκοφ πάντως φαίνεται να αποτελούσε την εξαίρεση, υποστηρίζουν οι «Moscow Times». Κι αυτό επειδή σε μια διεθνή σύνοδο για το θέμα του ντόπινγκ που έγινε στη Νορβηγία το 1991, το 44% των 240 Σοβιετικών αθλητών δήλωσε ότι το ντόπινγκ είναι «ένα αναγκαίο και αναπόφευκτο κακό για να ανέβει ένας αθλητής στο βάθρο».
Ισως πάντως το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο που αποκάλυψε ο Καλίνσκι αφορά το γεγονός ότι, όπως λέει, «η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης άφησε χιλιάδες αθλητικούς αξιωματούχους, επιστήμονες ειδικευμένους στη φαρμακολογία και προπονητές που είχαν εκπαιδευθεί να δίνουν ουσίες στους αθλητές στις θέσεις τους, διατηρώντας την “κουλτούρα” του ντόπινγκ».
Τέλος, υπογράμμισε ότι «οι Ρώσοι δεν αντιμετωπίζουν με μεγάλη αυστηρότητα τους ντοπαρισμένους αθλητές. Στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ οι ντοπαρισμένοι αθλητές στιγματίζονται πολύ περισσότερο και χάνουν αυτομάτως το status του ήρωα» κατέληξε.
