Παρότι σύσσωμη η μπασκετική κοινότητα αποτίει τις δέουσες τιμές στον άκουσμα της είδησης ότι ο μεγάλος Χουάν Κάρλος Ναβάρο κρεμάει τα παπούτσια του, ο ίδιος δεν θα πει το «αντίο» με τον τρόπο που ονειρευόταν και ενδεχομένως να του άρμοζε για αυτά τα 20 χρόνια μιας δοξασμένης καριέρας γεμάτης ομαδικούς τίτλους και ατομικές διακρίσεις.
Είναι πλέον κοινό μυστικό ότι ο «La bomba» είχε αποφασίσει να παίξει έναν ακόμη χρόνο και να αποσυρθεί στα 39 του. Ωστόσο η διοίκηση της Μπαρτσελόνα και ο προπονητής Σβέτισλαβ Πέσιτς δεν είχαν την ίδια ακριβώς άποψη. Ουσιαστικά τον εξώθησαν στην απόσυρση, με γνώμονα το αγωνιστικό συμφέρον της ομάδας, η οποία την τελευταία τετραετία, αν εξαιρέσει κανείς το πυροτέχνημα της κατάκτησης του φετινού Κυπέλλου, έβγαζε πολύ άσχημη εικόνα. Αλλες φορές δικαιολογημένα, άλλες φορές αδικαιολόγητα.
Η συζήτηση αυτή στα εσωτερικά του κλαμπ είχε ξεκινήσει εδώ και τρία χρόνια. Ο βασικός λόγος ήταν ότι ο Ναβάρο δεν είχε πια τη γνώριμη απόδοσή του, τραυματιζόταν συχνά, αλλά παράλληλα ήθελε να παίζει σε μια ομάδα που ζητούσε φρέσκα πόδια και αθλητικότητα. Είναι άλλωστε συνηθισμένο ως φυσιολογικό φαινόμενο σταρ τέτοιου βεληνεκούς να έχουν αυξημένο εγωισμό και, ενίοτε, πολλοί από αυτούς να μην αντιλαμβάνονται πότε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να εγκαταλείψουν την ενεργό δράση.
Απλά η συγκεκριμένη περίπτωση συνέπεσε με μια ομάδα που δεν πήγαινε καλά και έπρεπε να «χτιστεί» από την αρχή, για να αντέξει τον ανταγωνισμό σε αθλητικά προσόντα και σκληρότητα που απαιτούν τόσο η Ευρωλίγκα όσο και η ανταγωνιστική ισπανική Λίγκα.
Επίσης, για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, η (αυτονόητη) απόφαση της διοίκησης να αποσύρει τη φανέλα με το «11», αλλά και οι δηλώσεις αποθέωσης που έκανε ο κόουτς Πέσιτς ήταν σε μεγάλο βαθμό ειλικρινείς, αλλά και σε ακόμη μεγαλύτερο για να του απαλύνουν τη στενοχώρια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Ναβάρο, από τη μέρα που ανακοινώθηκε η απόφαση, δεν έχει κάνει την παραμικρή δήλωση.
Ο πρώτος που εξέφρασε δημόσια την άποψη ότι η Μπαρτσελόνα πρέπει να διαχειριστεί την αγωνιστική πτώση, αλλά και τη λάμψη του Ναβάρο ήταν ο Ελληνας τεχνικός Γιώργος Μπαρτζώκας, που κάθισε στον πάγκο των «μπλαουγκράνα» την άτυχη σεζόν (λόγω πολυάριθμων τραυματισμών) 2016-17. Στην ουσία εξέφρασε φωναχτά αυτό που συζητούσαν και η διοίκηση και οι οπαδοί που καταλάβαιναν ποια ήταν η κατάσταση. Τότε η διοίκηση του είχε ζητήσει να περιμένει και ότι θα βρει εκείνη τον τρόπο να χειριστεί το θέμα.
Γι’ αυτό και πέρυσι, που ο Μπαρτζώκας είχε φύγει για τη Χίμκι, αλλά και ο Σίτο Αλόνσο που τον διαδέχθηκε είχε την ίδια άποψη, η διοίκηση προσπάθησε να χρυσώσει το χάπι και του πρότεινε νέο δεκαετές συμβόλαιο. Εννοείται ότι το συμβόλαιο αυτό δεν ήταν για να παίξει μέχρι τα 48, αλλά για να του δείξει πόσο τον σέβεται και να τον πείσει ότι σε ένδειξη αναγνώρισης θα τον διατηρήσει στην ομάδα με άλλη ιδιότητα και παράλληλα θα έχει σημαντικές οικονομικές απολαβές. Παρ’ όλα αυτά ο Ναβάρο έδειχνε αμετάπειστος.
Σε πρώτη φάση ανακοίνωσε ότι το περσινό Ευρωμπάσκετ ήταν το τελευταίο του στην Εθνική Ισπανίας, με την οποία από την Παίδων με την Ανδρών, ως μέλος μιας λαμπρής φουρνιάς, είχε κατακτήσει ό,τι υπήρχε με αποκορύφωμα το χρυσό Παγκόσμιο του 2006 στη Σαϊτάμα, επικρατώντας στον τελικό της Ελλάδας, η οποία προηγουμένως είχε κάνει το μεγάλο «μπαμ» και είχε αποκλείσει τις ΗΠΑ.
Κι εκεί φάνηκε πως η Μπαρτσελόνα δεν είχε άδικο. Από σεβασμό και από διπλωματία, ο ομοσπονδιακός τεχνικός Σέρτζιο Σκαριόλο ξεκινούσε με τον Ναβάρο στην πεντάδα. Αλλά επειδή στα περισσότερα ματς οι αντίπαλοι έπαιρναν το προβάδισμα, αναγκαζόταν να τον αποσύρει και να αφήσει τους πιο φρέσκους παίκτες να καλύψουν τη διαφορά και να εξασφαλίσουν τη νίκη.
Η ιδέα αυτή έπιασε μέχρι τον ημιτελικό με τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Σλοβενίας. Ο Ναβάρο άφησε το παρκέ με τους Ιβηρες στο -13, αλλά η κλάση του Γκόραν Ντράγκιτς και του Λούκα Ντόντσιτς δεν επέτρεψε να ολοκληρωθεί η ανατροπή. Η Ισπανία αρκέστηκε στο χάλκινο μετάλλιο.
Εννοείται πως δεν αμφιβάλλει κανείς ότι ο Ναβάρο θα μείνει στην Ιστορία ως ένας «legend», όπως τον ονόμασε το 2014 η Ευρωλίγκα μαζί με άλλους παίκτες που άφησαν εποχή. Ο τρόπος που σκόραρε, οι επινοήσεις του, με πατέντα την περίφημη «μπομπίτα», η εξυπνάδα του και εν τέλει τα κατορθώματά του δεν σηκώνουν αντίλογο.
Αλλωστε εγκαταλείπει ως πρώτος της Ευρωλίγκας σε σκοράρισμα, συμμετοχές και αξιολόγηση. Η συζήτηση που προκάλεσε τις τελευταίες μέρες αφορούσε περισσότερο το πότε ένας μεγάλος σταρ πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να αποσυρθεί.
Κατ’ αρχάς δεν είναι θέμα ηλικίας, αλλά επίδοσης. Το πρόβλημα δηλαδή δεν ήταν ότι είναι 38. Κι ο Πάου Γκασόλ στα 38 του διαπρέπει στο ΝΒΑ και σηκώνει στις πλάτες του την Εθνική. Ο Ναβάρο όμως έχει ένα πολύ ταλαιπωρημένο σώμα και ένα αδύναμο μυϊκό σύστημα το οποίο δεν τον βοηθούσε να ακολουθήσει τις ταχύτητες της σύγχρονης εποχής.
Πολλές ώρες περνούσε στα φυσικοθεραπευτήρια υποφέροντας από θλάσεις οι οποίες τον χτυπούσαν κάθε φορά που έπαιζε περισσότερο χρόνο ή με μεγαλύτερη ένταση. Παράλληλα, ενώ ήταν… σιωπηλός, είχε έναν κύκλο ανθρώπων, μέσα στον οποίο ήταν και δημοσιογράφοι, οι οποίοι δεν του έκαναν κριτική και για να μην τον κακοκαρδίσουν μετέθεταν τις ευθύνες στον προπονητή ή σε άλλους παίκτες.
Ολη αυτή η «καυτή πατάτα» ήταν που έπρεπε να διαχειριστούν οι «μπλαουγκράνα» τηρώντας και τις ισορροπίες. Από την άλλη, δεν είχαν το περιθώριο να κάνουν ό,τι και οι Λέικερς με τον Κόμπι Μπράιαντ που ξόδεψαν μια χρονιά για να γυρίζουν τα γήπεδα του ΝΒΑ και ο σούπερ σταρ τους να λέει «αντίο».
Τερμάτισαν τελευταίοι, αλλά όλη αυτή η ιστορία έφερε μεγάλα οικονομικά οφέλη. Στη Βαρκελώνη η πίεση για επιστροφή στην κορυφή είχε αρχίσει να γίνεται πια αφόρητη και ο κόσμος δυσανασχετούσε. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ανακοίνωση της 17ης Αυγούστου.
