Ποδόσφαιρο, αγαπημένο παιχνίδι, εσύ που γοητεύεις, σύγχρονος μαγνήτης λαών, μην ξεχνάς πόσο, μέσω των –κυρίως σύγχρονων– παρεκκλίσεών σου έχεις προκαλέσει το δημόσιο αίσθημα. Ε, λοιπόν, μέσω των… λειτουργών σου παικτών, προπονητών και εμπλεκομένων κάθε ιδιότητας, ήρθε η ώρα να προσαρμοστείς στα νέα ήθη και έθιμα, όσα επιβάλλει η πανδημία. Χωρίς να επιδιώξεις υψηλούς τόνους νοσταλγίας των εποχών που η παντοδυναμία σου ήταν ισότιμη εκρηκτικών αντιδράσεων.
Οσα διαβάσατε ως δική μας… εξομολογητική κουβέντα προς την μπάλα, τα θέσαμε υπό την κρίση του Αντολφ Γκριντ, δάσκαλου από τη Βρέμη, πιστού φίλου της τοπικής Βέρντερ. Μα κυρίως, όπως αυτοπροσδιορίστηκε, «πολίτη των ημερών μας που ανησυχεί, χωρίς πάντως να χάνω την αισιοδοξία μου πως θα ανατείλει και πάλι διαυγής ημέρα».
Αφορμή της επικοινωνίας; Μετά τα νεότερα κρούσματα κορονοϊού στη Δρέσδη (δύο παίκτες θετικοί) και τη θέληση να αλλάξει η –προγραμματισμένη για τις 16 Μαΐου– ημέρα επανέναρξης της αγωνιστικής δραστηριότητας, η παγκόσμια νοσταλγία, στα όρια κατάθλιψης για όσα δεν θα επιτρέπονται στην παρούσα συγκυρία: όχι χειραψίες παικτών των δυο ομάδων πριν από την έναρξη αλλά υποκλίσεις, όχι πανηγυρισμοί με αγκαλιές και φιλιά από τους παίκτες για την επιτυχία, ούτε καν συνύπαρξη γύρω από τον σκόρερ κατά τα προ κορονοϊού γνωστά, αλλά στροφή του πανηγυρίζοντος σκόρερ και κάθε άλλου παίκτη προς την κάμερα. Ιδού ο προτεινόμενος –και από τους Νοτιοκορεάτες, που άρχισαν να παίζουν το Σαββατοκύριακο– νέος τρόπος πανηγυρισμού κάθε επιτυχίας.
«Θα μας ξενίσουν όλους, αλλά αν πρέπει να γίνουν για το κοινό καλό, τότε ας καλωσορίσουμε τις νέες συνήθειες», του είπαμε και απάντησε:
«Οπως έλεγαν οι δικοί σας αρχαίοι πρόγονοι και θυμίζω συχνά στους μαθητές μου (σ.σ: τον ακούσαμε να το λέει σε άπταιστα αρχαία ελληνικά) “ουδέν κακόν αμιγές καλού”. Μακάρι, μετά το τέλος της πανδημίας, να κρατήσουμε την ουσία που αρκεί και όχι το ανεξέλεγκτο που ίσως βλάπτεί, σε όλες τις ανθρώπινες καθημερινές αντιδράσεις».
Ιδέα που σε περιορίζει ή, αντίθετα, σε συμφιλιώνει με την αληθινή ζωή όπως την προσδοκούμε στην τωρινή πιεστική συγκυρία; Δεν ξέρω, ίσως δεν θέλω να απαντήσω…
Μεγαλώνει η αλυσίδα της Σίτι
Από το 2008 που απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της Μάντσεστερ Σίτι, η ομάδα επιχειρηματιών από το Αμπου Ντάμπι προσπαθεί να καταστήσει τους «πολίτες» ως τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη στην Ευρώπη. Προς το παρόν δεν τα έχει καταφέρει, όμως τουλάχιστον στην Αγγλία η ομάδα μετρά πρωταθλήματα και άλλα τρόπαια.
Πολύ γρήγορα ιδρύθηκε μια θυγατρική εταιρεία, η City Football Group, που έχει ως στόχο την αγορά (ή τη δημιουργία) άλλων συλλόγων ανά τον πλανήτη. Βασικός σκοπός είναι η ανταλλαγή παικτών και προπονητών, όχι απαραίτητα μέσω της Σίτι, αλλά και η δημιουργία ενιαίας φιλοσοφίας.
Το 2012 δημιουργήθηκε η New York City FC, που αγωνίζεται στο επαγγελματικό αμερικανικό πρωτάθλημα, ενώ δύο χρόνια αργότερα εξαγοράστηκε η Μέλμπουρν Χαρτ της Αυστραλίας, που μετονομάστηκε σε Μέλμπουρν Σίτι και το 2016 κατέκτησε το Κύπελλο. Σειρά πήραν οι ιστορικοί Γιοκοχάμα Μαρίνος της Ιαπωνίας, με νυν προπονητή τον Ελληνοαυστραλό Αγγελο Ποστέκογλου, αλλά και η Μοντεβιδέο Σίτι, που ανέβηκε για πρώτη φορά στην Α’ κατηγορία Ουρουγουάης το 2018.
Η CFG κατέχει εξ ημισείας την ιδιοκτησία της ισπανικής Χιρόνα, με το άλλο μισό ποσοστό να ανήκει σε εταιρεία του Πεπ Γουαρδιόλα, δηλαδή του νυν προπονητή της! Μέσα στο 2019 έγινε το μπάσιμο στην Ασία με την εξαγορά της κινεζικής Σιχουάν Τζιουνιού και της Μουμπάι Σίτι στην Ινδία και χθες προστέθηκε το ένατο κομμάτι της αλυσίδας.
Εναντι 2.000.000 ευρώ, η Σίτι αγόρασε τη βελγική Λομέλ, που παίζει στη δεύτερη κατηγορία. Οπως δήλωσε ο επικεφαλής της εταιρείας και εμπνευστής της ιδέας, Φεράν Σοριάνο, «το Βέλγιο έχει παράδοση στο να βγάζει σπουδαία ταλέντα που γίνονται παίκτες τοπ επιπέδου, όπως ο Ντε Μπρόινε και ο Κομπανί», αναφέροντας δύο παίκτες που έχουν γράψει Ιστορία με τη γαλάζια φανέλα.
Οι επενδύσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αφού έχει μπει στο στόχαστρο και ομάδα από τη Μαλαισία, ενώ στο παρελθόν απέτυχαν οι κρούσεις στη Σεντ Ετιέν και στις πορτογαλικές Μποαβίστα, Εστορίλ.
Να κερδίσει έδαφος
Είναι γεγονός ότι, παρά την καραντίνα και τις απαγορεύσεις που εξακολουθούν να ισχύουν για τα κλειστά, ο μπασκετικός Ολυμπιακός δείχνει ανυπόμονος να πιάσει δουλειά, ανεξαρτήτως αν θα συνεχιστεί η Ευρωλίγκα ή όχι.
Με επιστολή του στον υφυπουργό Αθλητισμού η «ερυθρόλευκη» ΚΑΕ ζήτησε άδεια να επιτραπεί στην ομάδα να ξεκινήσει προπονήσεις σε ανοιχτούς χώρους, ώστε να μη μένουν αδρανείς οι παίκτες τουλάχιστον σε θέματα φυσικής κατάστασης.
Σε όλο το διάστημα της καραντίνας ο προπονητής της ομάδας, Γιώργος Μπαρτζώκας, εκτός από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το επιτελείο του, και ειδικά με τον γυμναστή Ανδρέα Γκατζούλη, έκαναν περιπάτους για να ανταλλάξουν απόψεις.
Το βασικό τους μέλημα είναι η προετοιμασία της ομάδας για την επόμενη χρονιά, καθώς, πριν ξεσπάσει η πανδημία, θεωρούσαν δεδομένο ότι ιδανικό διάστημα για να βελτιωθούν και να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της ομάδας οι παίκτες που αποκτήθηκαν (Ελις, ΚακΚίσικ, Μάρτιν), συν τους νεαρούς Ελληνες ή τους τραυματίες (Σπανούλη, Χαραλαμπόπουλο), είναι το καλοκαίρι. Αυτή τη στιγμή από τους ξένους είναι εδώ μόνο ο Μιλουτίνοφ, ο οποίος όμως είναι έτοιμος να μετακομίσει στην ΤΣΣΚΑ.
Το βασικότερο επιχείρημα των Πειραιωτών είναι η ύπαρξη ενδεχομένου να συνεχιστεί η Ευρωλίγκα και επίσης ότι είναι διατεθειμένοι να τηρήσουν όλα τα πρωτόκολλα προπόνησης σε ανοιχτούς χώρους, που ισχύουν για τις ποδοσφαιρικές ομάδες της Super League.
Στο μεταγραφικό μέτωπο ο Ολυμπιακός εξακολουθεί να επεξεργάζεται όλες τις περιπτώσεις που τον ενδιαφέρουν. Τα ονόματα των Σλούκα, Μπρόκχοφ, Γκιλ και Ντιλέινι παραμένουν στο μικροσκόπιο, όπως και αυτό του Νικ Καλάθη σε περίπτωση που μείνει ελεύθερος από τον Παναθηναϊκό.
Ωστόσο με βάση τον προγραμματισμό και το μπάτζετ, το ταμείο μπορεί να σηκώσει μόνο δύο «βαριά» συμβόλαια. Γι’ αυτό άλλωστε και η τριπλέτα Ελις, ΜακΚίσικ, Μάρτιν κοστίζει λιγότερο από ένα εκατομμύριο, δηλαδή πολύ λιγότερα από όσα θα έπαιρνε αν έμενε μόνο ο Μιλουτίνοφ.
TZONA ΛΟΜΟΥ
Ο πρώτος μεγάλος σταρ του ράγκμπι

Σαν σήμερα πριν από 45 χρόνια, στις 12 Μαΐου 1975, γεννήθηκε στο Οκλαντ της Νέας Ζηλανδίας ο Τζόνα Λόμου. Το εκπληκτικό του ταλέντο τον κατέστησε παίκτη-πόστερ του ράγκμπι, ίσως τον πρώτο παγκόσμιο σταρ του αθλήματος.
Ηταν ο νεαρότερος αθλητής που αγωνίστηκε για την εθνική ομάδα της Νέας Ζηλανδίας, τους περίφημους All Blacks, κάνοντας το ντεμπούτο του στα 19 χρόνια του κατά της Γαλλίας το 1994. Με ύψος 1,96 μ. και βάρος 120 κιλά ήταν ιδιαίτερα σωματώδης για εξτρέμ, αλλά έπαιζε στη συγκεκριμένη θέση λόγω της απίστευτης ταχύτητάς του – έτρεχε τα 100 μέτρα σε 10.8 δευτερόλεπτα!
Ακόμα και σήμερα είναι αξέχαστη η εικόνα του μπροστά στους συμπαίκτες του να τους καθοδηγεί στην παραδοσιακή χάκα, τον πολεμικό χορό των Μαορί. Κατέχει πολυάριθμα ιστορικά ρεκόρ του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ενώ το 2001 βοήθησε τη Νέα Ζηλανδία να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο Ράγκμπι Σέβενς.
Ομως είχε σοβαρά προβλήματα υγείας. Επασχε από νεφρωσικό σύνδρομο, εξ ου και η μεταμόσχευση νεφρού στην οποία υποβλήθηκε το 2004. Επιχείρησε να επιστρέψει στην αγωνιστική δράση χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και τελικά αποχώρησε το 2007.
Αφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Νοεμβρίου 2015, από καρδιακή προσβολή που οι γιατροί απέδωσαν σε νεφρική ανεπάρκεια.
