Αλμυρές σταφίδες

Το «Ανοιχτό βιβλίο», για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά ― διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.

Μετά την Καρολίνα Μέρμηγκα, τον Δημήτρη Μαμαλούκα και τον Κοσμά Χαρπαντίδη το καλοκαιρινό αφηγηματικό γαϊτανάκι συνεχίζει η Ούρσουλα Φωσκόλου.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Το δεξί μου χέρι, απ’ τον αγκώνα ώς και τα δάχτυλα, ανήκε στον παππού. Ηταν δικό του κάθε μεσημέρι, όταν όλοι στο σπίτι βυθίζονταν σ’ έναν ύπνο βαθύ σαν θάνατο κι απομέναμε οι δυο μας, ξύπνιοι και ολομόναχοι, στο μεγάλο ψηλοτάβανο δωμάτιο.

Ξαπλωμένος στο διπλό σιδερένιο του κρεβάτι, σκεπασμένος ώς τον λαιμό μ’ ένα λινό σεντόνι, ο παππούς έμοιαζε με καπετάνιο αυτού του ολόλευκου πλοίου, που μύριζε ξινό ιδρώτα και ξεθυμασμένη κολόνια «Μυρτώ».

Από τα εβδομήντα του δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι. Κάποιος γιατρός μάς είπε στα κρυφά πως αν το επιχειρούσε, δεν θα άντεχε.

Επασχε από μια σπάνια ασθένεια, που έκανε τα πνευμόνια του, χρόνο τον χρόνο, να μικραίνουν. Παρότι είχε καρδιά γερή, σχεδόν σαν έφηβου, με κάθε ανάσα οι πνεύμονές του συρρικνώνονταν κι αν ήταν, λέει, τυχερός, θα πέθαινε στον ύπνο του, κάποια στιγμή που μες στο στέρνο του θα είχαν απομείνει μόνο δυο σταφίδες.

Στην Αθήνα ήταν πιο εύκολο να τον κρατάμε προστατευμένο στο διαμέρισμα. Μα όποτε έφτανε το καλοκαίρι και πηγαίναμε, όλοι μαζί, στο εξοχικό δίπλα στη θάλασσα, του τάζαμε τον ουρανό με τ’ άστρα για να μένει ξαπλωμένος.

Από πείσμα και μόνο, ζήτησε δική του τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα, έβαλε τον πατέρα μου να κατεβάσει όλους τους πίνακες και ν’ αντικαταστήσει τις βαριές, καφέ κουρτίνες με δυο γάζες, που άφηναν το φως του ήλιου να περνά χωρίς να τον τυφλώνει.

Από το πρωί που ξυπνούσε έως αργά το βράδυ, άφηνε το βλέμμα του να πλανιέται στο κενό και με παράπονο άκουγε τα κύματα που έγλειφαν ακούραστα την αμμουδιά.

Η ιστορία με το χέρι ξεκίνησε τον Ιούνιο του '98. Είχα μόλις κλείσει τα δεκαπέντε και το εφηβικό κορμί μου είχε αρχίσει να φουσκώνει επίπονα και ηδονικά.

Είχα ήδη δώσει το πρώτο μου φιλί στις τουαλέτες του σχολείου, στο ενεργητικό μου υπήρχε ένας χαμένος έρωτας και ένα σωρό σπυράκια στις παρειές, σαν το σουσάμι στο ζεστό κουλούρι.

Με τη μάνα μου ανταλλάσσαμε με τη βία δυο-τρεις κοφτές κουβέντες την ημέρα κι ο παππούς, με πρώτο όρο να είμαι ήσυχη, μου επέτρεπε τα μεσημέρια μετά τη θάλασσα να ξαπλώνω στο μικρό ντιβάνι δίπλα απ’ το κρεβάτι του.

Αναβα τον παλιό ανεμιστήρα οροφής που έμοιαζε με φθαρμένη προπέλα και σκεφτόμουν τα χέρια του Αντώνη από την Γ' Λυκείου να μπαινοβγαίνουν μες στα ρούχα μου.

Του παππού δεν του αρκούσε, όμως, μονάχα αυτό. Στην κουρασμένη ησυχία του μεσημεριού, γυρνούσε στο αριστερό πλευρό και μου έπιανε το χέρι: λεπτό, ζεστό και λίγο άγριο απ’ την αρμύρα, θύμιζε λιγνό κλαρί.

Με κοίταζε, έπειτα, με βλέμμα παρακλητικό, ώσπου να κάνω νόημα με τα μάτια «άντε».

Το ‘παιρνε, τότε, απαλά και το έβαζε στο στόμα του, όπως το φρέσκο, αλατισμένο καλαμπόκι που αγοράζαμε τα βράδια απ’ το λιμάνι. Περνούσε τη γλώσσα απ’ τον αγκώνα ώς και τα δάχτυλα, εξερευνούσε κάθε του πτυχή, γευόταν το αλάτι και τον ήλιο, με λαιμαργία μικρού αγοριού.

Το πράο σκουλήκι, που έκρυβε στο στόμα του, γινόταν άγριο ζώο με τρίχωμα αγκαθωτό και νύχια που έπιαναν τη σάρκα μου με πείσμα, λες και κρεμόταν απ’ το χείλος του γκρεμού.

Σπανίως τον κοιτούσα. Μόνο περίμενα καρτερικά να εξαφανίσει και την τελευταία νιφάδα αλατιού.

Σκεφτόμουν τις μικρές σταφίδες μες στο στήθος του να φουσκώνουν και σαν μικρά αερόστατα να ταξιδεύουν το ανάλαφρο απ’ την ευτυχία κορμί του πάνω από το σπίτι, πάνω απ’ την παραλία και τη θάλασσα, που τόσο λαχταρούσε.

Οταν τελείωνε, ο παππούς σκούπιζε το χέρι μου με το σεντόνι του, σκεπαζόταν έπειτα ώς την κορφή κι έτσι, σαν ιδρωμένο φάντασμα, γαλήνια αποκοιμιόταν.

Κάποιο απ’ αυτά τα μεσημέρια του καλοκαιριού, μπορώ να πω με σιγουριά ότι η μάνα μου μας είδε.

Φάνηκε η αντανάκλασή της στο παράθυρο, ακριβώς μπροστά μου. Είδα το λουλουδάτο φόρεμά της να στέκεται για μια στιγμή ακίνητο και παγωμένο, έπειτα να σαλεύει λίγο και να εξαφανίζεται, αθόρυβα όπως είχε εμφανιστεί, κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Δεν είπε τίποτα, ποτέ, ούτε σε μένα ούτε και στη γιαγιά ή στ’ αδέρφια μου. Μόνο που, πλέον, καμιά φορά, πιάνω το βλέμμα της αστραπιαία να σκοτεινιάζει, όταν με βλέπει να ματώνω από το ξύσιμο το τατουάζ στο μέσα μέρος του δεξιού χεριού. Ή όποτε μας βλέπει με την Ελισάβετ, τη μεγάλη μου αδερφή, τσιμπολογώντας απ’ το μπολ με τους ξηρούς καρπούς, ν’ αφήνουμε κι οι δυο στην άκρη τις σταφίδες.

 Η Ούρ. Φωσκόλου πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων «Το κήτος» (Κίχλη, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας