Διασώζει σημαντικές πτυχές της κρητικής παράδοσης ενώ συγχρόνως έχει δημιουργήσει ένα δικό της λογοτεχνικό έργο η 82χρονη Ειρήνη Ταχατάκη από τις Αρχάνες Ηρακλείου. Χτίζει μέσα στον κόσμο του ονείρου και των υψηλών πνευματικών αξιών, κρατώντας τη φλόγα της δημιουργίας άσβεστη σε μια κοινωνία που καταρρέει.
Ταυτόχρονα, όμως, επικαιροποιεί με τον δικό της τρόπο καθολικές πολιτισμικές αξίες τις οποίες πολτοποιεί η λαίλαπα της βιομηχανίας του θεάματος που δημιουργεί το ΜΗ ΝΟΗΜΑ της ζωής για τους νέους. Λαιμητόμος του αθέατου αίματος. Η Ταχατάκη, μέσα στο πολύπλευρο έργο της που περιλαμβάνει λαογραφία, λογοτεχνία, ζωγραφική και κέντημα, μετέφρασε Ομηρο με 15.000 στίχους αλλά και τον Διγενή Ακρίτα με 4.500 στίχους.
Πριν από μερικούς μήνες εξέδωσε το τριακοστό δεύτερο βιβλίο της με τίτλο «Η Λαϊκή Ιατρική στην Κρήτη», με πρόλογο του φαρμακοποιού Γιάννη Χλουβεράκη.
Η συγγραφέας έχει συγκεντρώσει συνταγές, γιατροσόφια της λαϊκής ιατρικής στην Κρήτη, γητειές, έθιμα, δοξασίες κ.λπ., τα οποία ανασυνθέτουν το κοινωνικό πρόσωπο των αρχών του εικοστού αιώνα, αναδεικνύοντας κοινωνικές σχέσεις, τη χρήση των φυτών ως φαρμακευτικών ουσιών κ.λπ., σε έναν κόσμο που σβήνει με την ιλιγγιώδη ταχύτητα μιας ξεπλυμένης προόδου και τη συλλογική μνήμη να ψυχομαχά αναζητώντας εναγωνίως τον πολιτισμικό Διγενή της να την αναστήσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα θεατρικά έργα, πεζά και έμμετρα -κυρίως τα δεύτερα, τα οποία εμπεριέχονται στον εκδοθέντα τόμο, καταδεικνύουν τη σημαντική ποιητικότητα της Ειρήνης Ταχατάκη στην κρητική διάλεκτο.
Από το θεατρικό έργο «Και με τα τόσα… φάρμακα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι», δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα σοφίας. «Ανθρωπος οντό γεννάται σαν το ’πωρικό λογάται. Εις τα δέκα μεγαλώνει, σα λουλούδι ξεφαντώνει. Στα είκοσι είν’ τραγουδιστής και καλός ντεληκανής.
Στα τριάντα αντρειωμένος και στον κόσμο ξακουσμένος. Στα σαράντα αθεί και δένει και το πράμα κατασταίνει. Στα πενήντα για βουλή αν έχει κεφαλή καλή. Στα εξήντα γέρεται και στραβοκουφαίνεται. Στα εβδομήντα καμπουρώνει μπαστουνάκι ανεμαζώνει. Στα ογδόντα δε φελά μόνο το ψωμί χαλά. Στα ενενήντα οι δικοί ντου ξεβαριούνται τη ζωή ντου. Θε μου, μη φτάξει τ’ εκατό και δεν τονέ βαστούμε μπλιο».
Χαρακτηριστικές είναι οι ρίμες της Ταχατάκη για τα φυτά και τα βότανα: «Ψηλόφουντό μου γιασεμί που ’χεις την ασκιανάδα / βάλε και την καρδούλα μου σ’ αυτή τη δροσεράδα».
