«Ταμείο» της επένδυσής τους στο «χαρτί Τραμπ» κάνουν αυτές τις ημέρες οι τραπεζίτες της Wall Street, με τη συμπλήρωση ενός έτους του τελευταίου στην προεδρία των ΗΠΑ. Και γελάνε ακόμη και τα… μουστάκια τους, αφού το μόνο που δεν έκανε γι’ αυτούς στο 12μηνο που πέρασε ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν να τους… παραδώσει τα κλειδιά του κράτους.
Οταν ήταν υποψήφιος, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήριζε τη Wall Street «κλίκα» που λήστεψε την εργατική τάξη. Αυτά όμως ήταν… «last year».
Μετά την εκλογή του γέμισε τον Λευκό Οίκο και τις κρατικές υπηρεσίες με πρώην στελέχη της Goldman Sachs, ενώ στο τελευταίο μόνο τρίμηνο πέρασε περισσότερους από 50 νόμους οι οποίοι είτε ωφελούν άμεσα τη Wall Street είτε αποδυναμώνουν την νομική προστασία καταναλωτών και επενδυτών, ανοίγοντας τον δρόμο για νέα εύκολα κέρδη και αρπακτικές πρακτικές.
Φοροαπαλλαγές

Κορυφαία όλων των νομοθετικών παρεμβάσεων του Αμερικανού προέδρου ήταν η περιβόητη φορολογική μεταρρύθμιση που προωθεί φοροαπαλλαγές 1,5 τρισ. δολαρίων σε επιχειρήσεις και τράπεζες της Wall Street και τα στελέχη τους για τις δραστηριότητές τους στους φορολογικούς παραδείσους.
Το ψαλίδισμα του αμερικανικού επιχειρηματικού φόρου από 35% σε 21% ευνοεί σκανδαλωδώς τις μεγάλες τράπεζες.
Την επόμενη δεκαετία, οι «εταιρείες C» της Wall Street (αυτές που φορολογούνται ξεχωριστά από τους ιδιοκτήτες τους) θα έχουν λόγω αυτής της ακραίας φορολογικής μείωσης συνολικό κέρδος 250 δισ. δολαρίων.
Χρήματα αρκετά για τη μισθοδοσία 300.000 δασκάλων ή 6.000 καθηγητών ανά πολιτεία σε αυτά τα δέκα χρόνια.
Μεταξύ των «ιδρυμάτων», η JP Morgan Chase και η Wells Fargo θα γλιτώσουν μόνο φέτος το 1/3 του φόρου τους, δηλαδή 7 δισ. δολάρια.
Ο Τραμπ «πούλησε» αυτήν την απίστευτη νομοθεσία ως δώρο προς τη μεσαία τάξη, που θα οδηγήσει σε άνοδο μισθών και θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.
Οταν όμως σε σχετική «στρογγυλή τράπεζα» η κυβέρνησή του ρώτησε τους επικεφαλής των τραπεζών ποιοι σχεδιάζουν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στις ΗΠΑ, ελάχιστοι σήκωσαν τα χέρια τους.
Αντιθέτως, οι 6 κορυφαίες τράπεζες της Wall Street απέλυσαν το τελευταίο εξάμηνο περί τους 6.000 υπαλλήλους, τους περισσότερους την τελευταία διετία.
Σύμφωνα με έρευνα της Morgan Stanley, 4 στις 5 εταιρείες προτίθενται να μεταβιβάσουν το όφελός τους από τις φοροαπαλλαγές του Τραμπ στους επενδυτές τους μέσω επαναγοράς μετοχών ή χορήγησης υψηλότερου μερίσματος.
Μόνο η μία εξ αυτών δήλωσε ότι μελετά αύξηση μισθών.
Οι τράπεζες θα γλιτώσουν όμως φόρους και από τον νέο νόμο επαναπατρισμού κερδών, που θα φορολογηθούν εφάπαξ με συντελεστή 8% αντί του 35% που ίσχυε πριν από τη μεταρρύθμιση.
Εννιά τράπεζες της Wall Street που έχουν «παρκαρισμένα» σε φορολογικούς παραδείσους περί τα 172 δισ. δολάρια εκτιμάται ότι θα κερδίσουν λόγω του μέτρου αυτού φόρους 28 δισ. δολαρίων.
Ακόμη, σύμφωνα με τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο Κογκρέσο, οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν θα πληρώνουν πια φόρο για κέρδη που καταγράφουν στο εξωτερικό.
Καταχρηστικός δανεισμός
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η κυβέρνηση Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί επιδόθηκαν στο 12μηνο που πέρασε και σε ένα ανελέητο κυνήγι της νομοθεσίας «Ντοντ Φρανκ», η οποία ψηφίστηκε λίγα χρόνια μετά το κραχ του 2008 προκειμένου να κάνει τον χρηματοπιστωτικό τομέα ασφαλέστερο και λιγότερο καταχρηστικό.
Μεταξύ άλλων ο νέος νόμος (Financial CHOICE Act) περιορίζει δραστικά τις αρμοδιότητες του γραφείου προστασίας του καταναλωτή στον χρηματοπιστωτικό τομέα (CFPB), «νερώνει» τον «Κανόνα Βόλκερ» κάνοντας ευκολότερες τις επενδύσεις υψηλού κινδύνου με ομοσπονδιακά διασφαλισμένα κεφάλαια για τις τράπεζες, καθιστά ευκολότερη την εκμετάλλευση των συνταξιούχων από τους χρηματομεσίτες.
Αλλος νόμος που εισήχθη από τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Μάικ Γκράπο χαλαρώνει τους ελέγχους ρίσκου για τις μεγάλες τράπεζες και τους περιορισμούς που είχαν σχεδιαστεί για να αποφευχθεί ο καταχρηστικός δανεισμός.
Οι «παροχές» αυτές, που οδηγούν τη Wall Street σε αλλεπάλληλα ρεκόρ, εκτοξεύοντας τη χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών, δεν είναι άμοιρες των… «επενδύσεων».
Στον εκλογικό κύκλο 2017-18 ο χρηματοπιστωτικός κλάδος έχει ξοδέψει περίπου τα διπλάσια χρήματα από οποιονδήποτε άλλο κλάδο για την ενίσχυση των προεκλογικών εκστρατειών «φίλιων» πολιτικών.
Στη διάρκεια του προηγούμενου εκλογικού κύκλου 2015-16, οι τράπεζες ξόδεψαν περισσότερα από 2 δισ. δολάρια. Δηλαδή περισσότερα από 2,7 εκατ. δολάρια ημερησίως και πάνω από 3,7 εκατ. δολάρια για κάθε μέλος του Κογκέσου.
Για τη χρηματοδότηση πολιτικών και λόμπι το 2016, η Wells Fargo δαπάνησε 14,7 εκατ. δολάρια, η Citigroup 13,7 εκατ. δολάρια, η Goldman Sachs 12,4 εκατ. δολάρια, η Ενωση Αμερικανικών Τραπεζών 25,7 εκατ. δολάρια, ενώ οι εταιρείες private equity περίπου 100 εκατ. δολάρια. Οι «επενδύσεις» αυτές πιάνουν σήμερα τόπο.
Οι άνθρωποι των τραπεζιτών στην κυβέρνηση Τραμπ
Στίβεν Μνούτσιν,υπουργός Οικονομικών
Δούλεψε επί 17 συναπτά έτη στην Goldman Sachs. Εγινε γνωστός αργότερα ως «βασιλιάς των κατασχέσεων» από τη θέση του διευθύνοντος σύμβουλου της OneWest Bank. Στο απόγειο της κρίσης, η τράπεζά του κατάσχεσε δεκάδες χιλιάδες σπίτια, ειδικά στις κοινότητες των μαύρων και έγχρωμων Αμερικανών. Δεν δίστασε να κατασχέσει το σπίτι 90χρονης για χρέος 27 σεντς! Ως υπουργός Οικονομικών, ο Μνούτσιν έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη φορολογική μεταρρύθμιση, χαρίζοντας 1,5 τρισ. δολάρια σε πλούσιους και επιχειρήσεις. | |
Γκάρι Κον,διευθυντής Οικονομικού Συμβουλίου
Πέρασε 26 χρόνια στην Goldman Sachs, πιο πρόσφατα ως πρόεδρος και γενικός διευθυντής της. Οταν έφυγε για να γίνει επικεφαλής των οικονομικών συμβούλων των Τραμπ, έλαβε πακέτο μπόνους και option, ύψους 100 και πλέον εκατ. δολαρίων. Εργάστηκε σκληρά με στόχο την αποδόμηση του νόμου Ντοντ Φρανκ και την ανακατεύθυνση εκατοντάδων δισ. δολαρίων από τους καταναλωτές στις μεγάλες τράπεζες. | |
Μικ Μουλβέινεϊ,διευθυντής του Γραφείου Προστασίας Καταναλωτή στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα (CFPB)
O Ρεπουμπλικανός βουλευτής από τη Ν. Καρολίνα φέρεται να είχε στενούς δεσμούς με τοκογλύφους. Ο Τραμπ αγνόησε τις απαγορεύσεις του Νόμου Ντοντ Φρανκ και τον τοποθέτησε διευθυντή του CFPB τον περασμένο Νοέμβριο. Με το καλημέρα ανακοίνωσε απελευθέρωση των κανόνων για τον βραχυπρόθεσμο καταχρηστικό δανεισμό. | |
Τζέι Κλέιτον,πρόεδρος της αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Στο αποκορύφωμα της χρηματο-πιστωτικής κρίσης ήταν δικηγόρος της Goldman Sachs, βοηθώντας τον κλάδο να αποφύγει τις ευθύνες του και να λάβει κρατική βοήθεια. Κατά την ακρόαση επιβεβαίωσης του ορισμού του στην προεδρία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Κλέιτον υποσχέθηκε ακύρωση του Ντοντ Φρανκ και των νόμων που θεσπίστηκαν για να αποφευχθεί μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση στο μέλλον. Εχει δηλώσει ότι μετά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα επιστρέψει στη νομική εταιρεία όπου δούλευε. | |
Κιθ Νορέικα, επικεφαλής του Comptroller of Currency – OCC το 2017(ανεξάρτητο γραφείο του υπ. Οικονομικών εποπτείας και ρύθμισης των τραπεζών)
Πρώην δικηγόρος των Wells Fargo, JP Morgan, Bank of America και άλλων τραπεζών -μετά τη θητεία του επιστρέφει στο δικηγορικό του γραφείο, απ’ όπου θα συμβουλεύει τις ίδιες τράπεζες για ζητήματα που χειρίστηκε ως κρατικός αξιωματούχος. Στο OCC εργάστηκε για την ακύρωση του νόμου κατά της αναγκαστικής διαιτησίας, ενώ απέσυρε οδηγία που απαγορεύει στις τράπεζες τη χορήγηση των υψηλού κόστους δανείων payday, ανοίγοντας τον δρόμο για άλλη μια φορά σε δάνεια που παγιδεύουν τους καταναλωτές σε χρέη. | |





