Οταν η νοσταλγία για την εμβληματική μορφή της μητέρας συμπορεύεται με την ιστορική μνήμη, τότε το προσωπικό -το πολύ προσωπικό μάλιστα- συμπορεύεται με το συλλογικό. Ακόμα περισσότερο, το εθνικό. Η Μαρία Κανέλλη Schaal γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Αγιο Παντελεήμονα. Γεννημένη το 1933, έζησε την Κατοχή και τον Εμφύλιο και τη δικτατορία και όλα. Αλλά τα περιγράφει στο τελευταίο της βιβλίο «Θυμάσαι… ιστορίες – μνήμες» (εκδόσεις ΕΝΤΟΣ) μέσα από τη σχέση της με τη μητέρα της, Ελένης Κανέλλη.
Το βιβλίο δεν είναι μεγάλο, ωστόσο είναι πλήρες. Οι ζωντανές περιγραφές συμβαδίζουν με τις γλαφυρές αναμνήσεις της μικρής, μεγαλύτερης και πλέον μεγάλης, αλλά και μόνης, χωρίς τη μητέρα της, Μαρίας.
Ολες γεμάτες μυρωδιές, γεύσεις και εικόνες από γεγονότα και μέρη πολύ σημαντικά για τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, από την Κατοχή και μετά.
Η συγγραφέας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, σαν να απευθύνεται κατευθείαν στη μητέρα της. «Συχνά, όταν μιλάς για σένα βάζεις σαν όριο στη ζωή σου το ’40, σαν όλα να άλλαξαν μετά τον πόλεμο.
Σαν κάτι να έφυγε, να χάθηκε χωρίς ελπίδα επιστροφής», γράφει η κ. Schaal, μιλώντας στην (και για τη) μητέρα της. «Οχι πως η ζωή ήταν παράδεισος, αλλά το αύριο έμοιαζε πιο φωτεινό κι ο κόσμος στα μέτρα του ανθρώπου – και δεν είχες άδικο», καταλήγει.
Οσο για μετά το ’40; «Πώς βρέθηκε η ζωή μας σ’ αυτή τη δίνη που μας άρπαξε και μιας πέταξε σε μια άγονη γη… Τι σκεφτόσουν, μητέρα; Παιδιά, εγώ κι ο αδερφός μου, χωρίς δουλειά ο πατέρας κι εσύ να τρέχεις να τα φροντίσεις όλα, να εξασφαλίσεις τη συνέχεια της ζωής μας…».
«Μέναμε στη Γαλλία, είχαμε εγκατασταθεί εκεί με τον άντρα και τα παιδιά μας και η μητέρα μου ήταν στην Ελλάδα. Μου έλειπε. Χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, ξεκίνησε μεταξύ μας μια νοερή συνομιλία, η οποία έπαιρνε τη μορφή και μιας ιστορικής ακολουθίας των γεγονότων στην Ελλάδα από το ’40 και μετά», μας λέει η συγγραφέας.
«Εκείνα τα δύσκολα χρόνια, αν και παιδιά, νιώθαμε πως ζούσαμε κάτι μεγάλο. Αν δεν φοβόμασταν πολύ, αυτό το χρωστάμε στη μητέρα μας. Δεν τη ρώτησα ποτέ πώς τα άντεχε όλα τότε. Δεν μιλούσαμε πολύ για τα περασμένα. Η μητέρα μου δεν γύριζε πίσω στη ζωή. Πήγαινε πάντα μπροστά. Δεν αναπολούσε. Ασχολούνταν με το σήμερα. Λάτρευε τους νέους, ήταν άνθρωπος της προσφοράς».
Η καταγραφή της Ιστορίας μέσα από προσωπικές μαρτυρίες είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ιστοριογραφίας και η κ. Schaal το γνωρίζει αυτό: «Μέσα από αυτή την εξιστόρηση, περνάνε τα γεγονότα με ροή, σαν κινηματογραφική ταινία. Και εγώ νιώθω σαν να μην έχω μεγαλώσει γράφοντας για το παρελθόν, καθώς ξαναέγινε πάλι και πάλι, το παρόν μου. Ενα “παρόν” που το έζησαν χιλιάδες Ελληνες».
