Τη διάθεση να προσπαθήσουν εξαντλητικά τις επόμενες πέντε ημέρες για τη διαμόρφωση συμφωνίας σχηματισμού νέας κυβέρνησης συνεργασίας δήλωσαν οι αρχηγοί των τριών κομμάτων του μεγάλου συνασπισμού στη Γερμανία, στην έναρξη των επίσημων διερευνητικών συνομιλιών.
Ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Μάρτιν Σουλτς, υποδέχτηκε με μία θερμή χειραψία στα κεντρικά γραφεία του κόμματος την καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και στη συνέχεια τον πρόεδρο των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας, Χορστ Ζεεχόφερ.
Μόνο θερμή δεν ήταν, όμως, η ατμόσφαιρα στη συνάντηση των κομματικών αντιπροσωπειών που ακολούθησε για να οριστεί η ατζέντα των διαπραγματεύσεων.
Αισιόδοξη Μέρκελ
Μέχρι την Πέμπτη το βράδυ, οι διαπραγματευτικές ομάδες της Ενωσης CDU/CSU και του SPD, που απαρτίζονται από 13 κορυφαία στελέχη από κάθε κόμμα, θα πρέπει να καταλήξουν σε ένα κείμενο συμπερασμάτων για τα 14 κεφαλαιώδη πολιτικά θέματα που έχουν τεθεί στο τραπέζι.
Η συμφωνία επί της αρχής, προκειμένου να συνεχιστεί η διαπραγμάτευση για το κυβερνητικό πρόγραμμα, εξακολουθεί να είναι πολύ δύσκολη.
Η Μέρκελ δήλωσε ότι πιστεύει πως «η προσπάθεια μπορεί να πετύχει» και πρόσθεσε ότι τα τρία κόμματα έχουν μπροστά τους «έναν τεράστιο όγκο δουλειάς».
Τόνισε επίσης ότι είναι «όλοι πρόθυμοι να κάνουν αυτή τη δουλειά και να οδηγηθούν οι συνομιλίες σε ένα καλό αποτέλεσμα».
Ο Σουλτς περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν βάζει κόκκινες γραμμές, πρόσθεσε όμως ότι οι Σοσιαλδημοκράτες «θέλουν να βάλουν όσο το δυνατόν περισσότερη κόκκινη (σοσιαλδημοκρατική) πολιτική στη Γερμανία».
Η δήλωση του προέδρου του SPD προκάλεσε αμηχανία στον Χ. Ζεεχόφερ, που απέφυγε να κάνει αναφορά στις αναλογίες κόκκινου-μαύρου που μπορεί να έχει ένας νέος μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός.
Τα πολιτικά συμβούλια
Για να προκύψει θετικό αποτέλεσμα, και μάλιστα τη στιγμή που και οι τρεις πλευρές συμμετέχουν με μισή καρδιά, οι κομματικές αντιπροσωπείες θα πρέπει να κάνουν τα αδύνατα δυνατά. Και πάλι όμως είναι αμφίβολο εάν το συνολικό αποτέλεσμα θα εγκριθεί από τα πολιτικά συμβούλια και των τριών κομμάτων, που θα συνεδριάσουν το επόμενο Σαββατοκύριακο, μετά την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου συνομιλιών.
Οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν ήδη προγραμματίσει τη διεξαγωγή ευρείας ειδικής συνδιάσκεψης στις 21 Ιανουαρίου, όπου δεν αποκλείεται να τεθεί εκ νέου θέμα εσωκομματικού δημοψηφίσματος.
Πέραν της καλής διάθεσης που θέλουν να δείξουν οι αρχηγοί, πίσω από αυτούς ο πόλεμος ανάμεσα στους Χριστιανοκοινωνιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες συνεχίζεται, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες προσπαθούν να μείνουν αμέτοχοι θεωρώντας μάλλον ότι μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο ειρηνοποιών και στη συνέχεια κυβερνητικών γεφυροποιών.
Τελικές (ναζιστικές) λύσεις
Είναι χαρακτηριστική η αφωνία τους στο ζήτημα που δημιουργήθηκε στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοκοινωνιστών, όπου παρέστη ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν, και το προσφυγικό αναδείχθηκε σε μείζον ζήτημα.
Η εμφάνιση του Ορμπαν ως εγγυητή της ασφάλειας των συνόρων της Βαυαρίας, αλλά και οι δηλώσεις του εξέχοντος στελέχους του CSU και επικεφαλής της ομάδας του ΕΛΚ στην Ευρωβουλή, Μάνφρεντ Βέμπερ, ότι «το 2018 κεντρικό ευρωπαϊκό θέμα θα είναι η τελική λύση του προσφυγικού προβλήματος», έβαλαν φωτιά στο πολιτικό σκηνικό.
Ο Βέμπερ, μετά τις έντονες αντιδράσεις για την «τελική λύση» που παραπέμπει σε όρους της ναζιστικής εποχής, προσπάθησε να ανασκευάσει λέγοντας ότι οι δηλώσεις του παρερμηνεύτηκαν. Αυτό που τον ενδιαφέρει, είπε, είναι «να βρεθεί το 2018 μία κοινή ευρωπαϊκή λύση προς την κατεύθυνση της παροχής βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη».
Πρόσθεσε επίσης ότι «στο συγκεκριμένο ζήτημα απαιτούνται νομοθετικές απαντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο κι ότι στο πλαίσιο αυτό ο Ορμπαν και τα κράτη της Ομάδας Βίζεγκραντ πρέπει να παίξουν ρόλο κεντρικού συνομιλητή».
Στα θέματα της οικονομίας παραμένει αδιευκρίνιστο πώς Χριστιανοκοινωνιστές και Σοσιαλδημοκράτες θα καταφέρουν να συμφωνήσουν για τον προϋπολογισμό και την κατανομή του πλεονάσματος, όταν το CSU ζητάει να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες και το SPD η κοινωνική πρόνοια.
Δίχως μεγάλες αλλαγές στον προϋπολογισμό ή το νέο πενταετές πρόγραμμα που έχει αφήσει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, θεωρείται αδύνατον να προστεθεί κόκκινο στη Γερμανία, όπως δηλώνει ότι επιδιώκει να πετύχει ο Σουλτς.
