Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Φίλιππος Πλιάτσικας οδηγεί. Στο αυτοκίνητο παίρνω μια ιδέα από την καινούργια δουλειά που ετοιμάζουν οι Πυξ Λαξ. Ακούω ένα δικό του τραγούδι. Τα στιχάκια μιλάνε για τους πρώτο ήρωα των μικρών αγοριών. Τον πατέρα. Πρώτη φορά γράφει για εκείνον, μου λέει αργότερα στο σπίτι.

Είναι ενθουσιασμένος που συναντιέται και πάλι με την παλιά παρέα του, τους Πυξ Λαξ. Με αφορμή τα επετειακά 30 χρόνια, αποφάσισαν να το γιορτάσουν μαζί με συναυλίες και να φτιάξουν καινούργια τραγούδια σε ένα cd.

«Παίζουμε με μουσικούς που είχαμε και τότε, ακόμα και στην ηχοληψία είναι οι ίδιοι άνθρωποι! Δεν είναι όμως μια χρονοκάψουλα, με τη σκαπάνη μιας αρχαιολογικής αναζήτησης, είναι ότι έχοντας κάποια πράγματα που θυμίζουν το παρελθόν αποτυπώνει ο καθένας από μας την προσωπική του εξέλιξη σ’ αυτή τη δουλειά, και αυτό είναι τρομερά ενδιαφέρον». 

● Είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα και η σχέση σας συνεχίζεται από εκεί που την αφήσατε; Απ’ ό,τι ξέρω, ήσασταν μια παρέα που έγινε μπάντα, τώρα η μπάντα σάς ξαναφέρνει κοντά… 

Αυτό το σαν να μην πέρασε μια μέρα και ισχύει και δεν ισχύει. Υπάρχουν πολλά στοιχεία στη σημερινή μας σχέση που θυμίζουν το παρελθόν, όμως υπάρχουν κι άλλα τόσα στοιχεία που είναι τελείως διαφορετικά και καινούργια. 

● Πρόσφατα διάβασα το βιβλίο που έχεις γράψει, «Το όνομα» (Καστανιώτης), μου άρεσε… Πώς προέκυψε το γράψιμο; 

Μ’ άρεσε πάντα να διαβάζω λογοτεχνία. Κάποια στιγμή πριν από περίπου 3 χρόνια μού ήρθε μια ιδέα και μου γεννήθηκε η ανάγκη να αρχίσω να γράφω… Χωρίς κάποιον προορισμό. Ηταν, νομίζω, μια ψυχαναλυτική δική μου διαδικασία.

Ενδεχομένως γι’ αυτό έβγαιναν οι λέξεις σαν χείμαρρος στο χαρτί. Σαν με μια ανάσα γράφτηκε. Πήρε ένα μεγάλο βάρος από πάνω μου, σαν κάτι να ησύχασε μέσα μου. 

● Στο βιβλίο γράφεις την ιστορία ενός μετανάστη που αποφασίζει να γίνει μάρτυρας αυτοκτονίας… 

Ναι. Ξέρεις, γράφοντας για τους φόβους σου είναι ένας τρόπος να τους αντιμετωπίσεις, να εξελιχθείς. Είναι περίεργο, αλλά έγραψα αυτή την ιστορία σαν να έβλεπα μπροστά μου αυτό το μακελειό που θα ακολουθούσε στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Το έβλεπα σοκαρισμένος. Ηταν μια δραματική σύμπτωση. 

● Επισκέπτεσαι συχνά τη Γερμανία, πώς βλέπεις την άνοδο των ακροδεξιών; 

Η εμπειρία που έχω από τη Γερμανία είναι από μια πόλη που δεν είναι Γερμανία κατά τη γνώμη μου, το Βερολίνο. Μ’ αρέσει να μένω εκεί, αλληλεπιδρώ με τους ανθρώπους και παίζω μουσική.

Μπορεί να νομίζουμε ότι βλέπουμε μια χώρα πλούσια που ευημερεί, αυτό είναι μια μπούρδα, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

Υπάρχει μεγάλη φτώχεια και ανεργία, η εργατική τάξη ταλαιπωρείται όπως και στην Ελλάδα. Αυτό δεν το γνωρίζουμε εδώ. Οσο δεν κατανοούν αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις ότι πρέπει να ανοίξουν λίγο τη βαλβίδα, να αποσυμπιεστεί η κατάσταση για τον λαό, το καζάνι θα σκάσει.

Η Χρυσή Αυγή με σκυλοβρίζει. Σε τραγούδια σαν το «Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα» μου γράφουν σχόλια τύπου «άντε να πνιγείς κι εσύ στη θάλασσα μαζί με τους μετανάστες». 

● Ποια είναι η γνώμη σου για το τελευταίο θέμα με τη Νατάσσα Μποφίλιου, τις δηλώσεις της σε συνέντευξη στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και τις αντιδράσεις που προέκυψαν; 

Αλίμονό μας… Αν η τοξικότητα και η ανθρωποφαγία της εποχής έχουν φτάσει στο σημείο όποιος εκφράζει την άποψή του και τα όνειρα του, ακόμα κι αν κάποιοι τα θεωρούν αφελή, λάθος ή σωστά, να δέχεται μπούλινγκ για να μιλάει σύμφωνα με το πρωτόκολλο… αλίμονό μας!!! 

● Πώς προέκυψε όλη αυτή η συνεργασία με μεγάλα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής; 

Είναι άνθρωποι που αγαπάω. Είναι υπέροχο να συνυπάρχεις με καλλιτέχνες που θαυμάζεις.

Θυμάμαι τον Ερικ Μπάρτον. Προσπαθούσε να τραγουδήσει τις «Παλιές αγάπες» στα αγγλικά, να το καταλάβει, ειδικά το πρώτο μέρος που αλλάζουν τα ακόρντα, έβγαλε τα παπούτσια, πέρασαν κάποιες ώρες, έρχεται έξω και λέει: Ποιος το έχει γράψει αυτό; Ο Ξυδούς τού δείχνει εμένα, έρχεται από πάνω μου και μου λέει: «Φίλε, πρέπει να έχεις πάρει πολύ LSD εσύ!!!». Ο Ερικ Μπάρτον τώρα! 

● Είναι εύκολο να προσεγγίσεις τέτοιους καλλιτέχνες; 

Εδώ στην Ελλάδα έχουμε διάφορα κολλήματα, ταμπού, κόμπλεξ. Τρωγόμαστε μεταξύ μας για πολύ μικρά πράγματα. Είναι επειδή είμαστε λίγοι; Είναι μικρή η πίτα;

Εδώ ο καθένας από μας πιστεύει ότι είναι τόσο σπουδαίος που αδικείται και ότι αυτοί που επιτυγχάνουν αδίκως το καταφέρνουν. Νομίζουν ότι υπάρχουν συνωμοσίες και ίντριγκες για να τους καταστρέψουν.

Εγώ ξέρω ότι το ’96, στείλαμε διασκευασμένο το «Senior» στον Μπομπ Ντίλαν, του άρεσε και μας έδωσε το ΟΚ να το κάνουμε. Ο Μπάρτον άκουσε το «Οι παλιές αγάπες», ήρθε και το τραγούδησε.

Μιλήσαμε με τον Στινγκ και ήρθε εδώ στο Sierra και γράψαμε ένα τραγούδι. Παίξαμε με τους REM και τους έβλεπα να μας παρακολουθούν όταν παίζαμε. Εγώ αυτά έχω βιώσει. Πρέπει να σταματήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας. 

● Επανενώνεται η μπάντα των Πυξ Λαξ, αλλά λείπει ο Μάνος Ξυδούς… 

Ο Μάνος μού λείπει κάθε μέρα. Ηταν ο καλύτερός μου φίλος. Είχε πάρει και τον ρόλο του πατέρα μου, που τον έχασα νωρίς. Είχε πολλές παραμέτρους η σχέση μας.

Στο συγκρότημα είναι μεγάλη η έλλειψή του, το βλέπω και τώρα στον καινούργιο δίσκο. Μας μάζευε, μας οργάνωνε, είχε πολύ ανοιχτό μυαλό, ανοιχτός ακροατής, δεν άκουγε εγωκεντρικά έτσι ώστε να ζηλέψει κάτι καλό που θα κάνει ο άλλος, χαιρόταν. Ηταν παραγωγός με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Περιμένεις να είναι εκεί όταν μπλοκάρεις και δεν είναι. 

● Ακούγατε μουσική στο πατρικό σπίτι; 

Ακούγαμε λαϊκά. Παλιά. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου άκουγε Ζαγοραίο. Εδινε κι έπαιρνε ο Ζαγοραίος! Θυμάμαι ένα 9/8 ζεϊμπέκικο, τις «Βεργούλες», του άρεσε να το χορεύει πάντα.

Δίπλα όμως στο σπίτι ήταν ένας τύπος, κάθε Κυριακή έβγαζε ένα χωνί, από αυτά που είχαν πρίμα και μεσαία μόνο και έβαζε παραδοσιακά, κλαρίνα αβέρτα όλη μέρα. Τα έχω ακόμα έντονα στα αυτιά μου.

Ημουν όμως τυχερός γιατί έφυγε ο κύριος με την ντουντούκα και ήρθαν κάτι παιδιά, ο Βασίλης Τέγος συγκεκριμένα που μάθαινε κλασική κιθάρα. Κατέβαινε από το Μενίδι όπου μέναμε με το λεωφορείο στην πλατεία Βάθης που ήταν το ωδείο και ό,τι μάθαινε μου το μάθαινε και μένα. Ετσι άρχισα, χάρη στον Βασίλη! 

● Εκανες την επανάστασή σου ως έφηβος ή ζούσες κι εσύ σ’ αυτό που μου λένε τελευταία «μεσαίωνα της εφηβείας»; 

Τι με ρωτάς τώρα! Εγώ δεν ξέρω αν έχω απαλλαγεί ακόμα από την εφηβεία! 

● Ποιο χαρακτηριστικό της εφηβείας κουβαλάς ακόμη μαζί σου; 

Την τάση για ανατροπή, την κάποιες φορές αδικαιολόγητη οργή μου, τη διάθεση και την έλξη μου στην ανωριμότητα παρά το γεγονός ότι προσπαθώ να το ελέγξω… 

● Ησουν δύσκολος έφηβος δηλαδή για τους γονείς σου; 

Οχι, καθόλου, για τον εαυτό μου ήμουν δύσκολος. Και εξακολουθώ να είμαι. 

● Είπες ποτέ «θα τα παρατήσω, θα ασχοληθώ με κάτι άλλο»; 

Τα πρώτα χρόνια, παίζαμε για εφτά και δέκα άτομα. Οπως καταλαβαίνεις… 

● Πώς ζούσατε; 

Κάναμε διάφορες δουλειές. Οικοδομή, κούριερ, πιτσαρία, ό,τι βρίσκαμε, σε φωτογραφείο στο Παγκράτι. Προσπάθησε φιλότιμα ο φωτογράφος να μου δείξει στον σκοτεινό θάλαμο πώς να εμφανίζω φωτογραφίες, αλλά εγώ ήμουν ανεπίδεκτος!!! 

● Ποιος είναι ο προσωπικός σου σκοτεινός θάλαμος; 

Το άγνωστο. Ο φόβος για το άγνωστο και ο κυρίαρχος φόβος που υπάρχει σε όλους, είτε τον κρύβουμε είτε όχι, που είναι ο φόβος του θανάτου. 

● Πώς τον αντιμετωπίζεις; 

Τον αντιμετωπίζει κανείς; Απλώς παλεύεις να κάνεις τη ζωή σου να έχει ουσία, να έχει ζουμί… 

● Υπάρχει κάποια στιγμή, κάποια ηλικία, που κάποιος είναι πολύ μεγάλος για να είναι ροκ; 

Οχι βέβαια! Κατ’ αρχάς τι σημαίνει ροκ; Θα ξεκινήσω από κάτι που έχω την ανάγκη να το πω. Εδώ σ’ αυτόν τον ωραίο τόπο, που συγχρωτιζόμαστε οι άνθρωποι και συνομιλούμε με έναν τρόπο, καλό ή κακό, παραέχουμε εμμονές και στεγανά για το θέμα του ροκ.

Υπερεκτιμούμε αυτό που νομίζουμε εμείς ότι είναι ροκ. Ενα κλασικό παράδειγμα είναι οι Rolling Stones με τους Beatles.

Οι Beatles ήταν ένα συγκρότημα που έχουν ξεκινήσει από εργατικές οικογένειες του Λίβερπουλ, χαμίνια, είχαν περάσει τα πάντα, και οι Stones από την άλλη μεριά, παιδιά αστικής κοινωνίας, με πύργους οι μπαμπάδες τους.

Εδώ στην Ελλάδα αν ακούσεις κουβέντες μουσικών θα σου πουν: οι Beatles οι φλώροι και οι Stones οι ροκάδες.

Το ροκ είναι ένας τρόπος ζωής. Κανείς από μας, που ζούμε από τη μουσική, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ροκ, αυτό δηλαδή που πραγματικά σημαίνει αυτή η λέξη! 

● Κάποιοι είπαν ότι οι Πυξ Λαξ έκαναν λαϊκό-ροκ, αυτοί ήταν ας πούμε οι «εστέτ» ροκάδες; 

Πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση αυτή. Αν υπάρχει μια ανάγκη να χαρακτηριστεί η μουσική μας, ε και «εξωγήινο ροκ» να την πουν δεν με ενδιαφέρει, δεν με αφορά. Εγώ έχω χαρεί με ωραία πράγματα που κάνουν άλλοι.

Για μένα είναι τίτλος τιμής το ότι υπήρξα μέλος των Πυξ Λαξ. Ηταν μια παρέα χωρίς κόμπλεξ και στεγανά. Κάναμε σίγουρα και διάφορες καλαμπορτζιές.

Οταν παλεύεις και δραστηριοποιείσαι ανοιχτά είναι βέβαιο ότι κάποια πράγματα θα τα κάνεις λίγο πιο πρόχειρα, αλλά ταυτόχρονα κάποια άλλα θα είναι ουσιαστικά. 

● Πώς διαχειρίστηκες τη μεγάλη επιτυχία που είχατε; 

Δύσκολα. Στην αρχή. Επειτα από δουλειά με τον εαυτό μου κατάλαβα ότι δεν κάναμε και κάτι τόσο σημαντικό.

Βγάλαμε κάποια τραγούδια που έτυχε να συντροφεύσουν τη ζωή ενός μεγάλου μέρους του κόσμου. Αυτό είναι όλο. 

● Υπάρχει κακή μουσική για σένα; 

Ναι. Αυτή που οι προθέσεις της και η ύπαρξή της δεν έχουν να κάνουν με το αντικείμενο που υπηρετεί, δηλαδή την αρμονία με την ευρύτερη έννοια και την αποτύπωση μιας προσωπικής αλήθειας… 

● Και γιατί ένα μεγάλο μέρος του κόσμου την ακολουθεί; 

Για τον ίδιο λόγο που ένα μεγάλο κομμάτι ψηφίζει Τραμπ ή ρατσιστικά κόμματα. 

● Πώς σου φάνηκε η αντίδραση των καλλιτεχνών στους καιρούς της κρίσης; 

Δεν έχουμε βρει τον τρόπο της αντίστασης, της αντίδρασης. Εγιναν κάποια πράγματα τύπου «βοηθάμε» αλλά όχι επί της ουσίας.

Κάποια έγιναν για την προσωπική προβολή… και βέβαια δεν είναι αντίδραση. Νιώθω αμηχανία μ’ αυτό… 

● Τι γίνεται με την ΑΕΠΙ; 

Είχα την ευκαιρία να μπω στο σωματείο, το «Μέτρον», και να μάθω τι συνέβαινε στον χώρο των πνευματικών δικαιωμάτων… 

● Τι συνέβαινε; 

Ενα συνολικό μπάχαλο. Από τη στιγμή που κατάλαβα τι γίνεται δεν υπήρχε περίπτωση να μην μπω σ’ αυτή την ιστορία.

Πριν από λίγο καιρό συνέβη, κάτι που συμβαίνει πάντα στην Ελλάδα, ένας διχασμός των δημιουργών. Τώρα όλοι έχουμε συνταυτιστεί, με τον καινούργιο νόμο, με το εποπτικό συμβούλιο από συναδέλφους, έτσι ώστε να πάρουμε στα χέρια μας την εταιρεία.

Ηταν απογοητευτικό που δεν έγινε από την αρχή. Ακούστηκαν πολύ άσχημα πράγματα από τη μια μεριά προς την άλλη, άδικα και συκοφαντικά.

Δεν απομονώσαμε αυτούς που μπήκαν ανάμεσά μας και δεν είχαν καμία δουλειά. Τώρα είμαι πιο αισιόδοξος πως θα εξορθολογίσουμε αυτό το τοπίο. 

● Η αίσθηση που έχουμε για τη ζωή των συγκροτημάτων και των ροκ τραγουδιστών είναι λίγο σαν την ατμόσφαιρα του Μπουκόφσκι, ξενύχτια, ποτά, γυναίκες… 

Εχουμε περάσει αυτό το στάδιο ως μπάντα, το ζήσαμε. Ημασταν πιτσιρικάδες όταν ήρθε η μεγάλη επιτυχία και είχαμε αυτά τα στεγανά περί ροκ προτύπων.

Ηταν αναπόφευκτο να τα βιώσουμε και τα βιώσαμε στον υπερθετικό βαθμό… 

● Και τη γεύση σού άφησε όλο αυτό; 

Κατάρρευσης, σωματικής σίγουρα και ψυχικής, αλλά ταυτόχρονα και πολλές συμπυκνωμένες εμπειρίες που και τότε μεταφράστηκαν ίσως ασυνείδητα στη μουσική μας με λόγια, και αργότερα συνειδητά έρχονται και βοηθάνε στην καινούργια πορεία του καθενός… 

● Θα πιάσεις και πάλι την ηλεκτρική κιθάρα, μου είπες… 

Αναθερμαίνω τις σχέσεις μου μαζί της. Τα ηλεκτρικά θέματα των Πυξ Λαξ το ’90 ήταν παιγμένα από μένα. Τώρα με καινούργιο τρόπο, είμαι ένας καινούργιος άνθρωπος, ψάχνω να βρω τον ήχο πάλι.

Με τους μουσικούς μου. Νίκο Σάλτα, Χάρη Μιχαηλίδη, Γιώργο Λειβαδά. Θα παίξω τον Γενάρη στον «Σταυρό του Νότου».

Θα το ονομάσουμε «Ροκ Πάρτι». Τώρα, στις 22-24-31/12 και 5/1 θα παίξουμε με τους Locomodo, καλεσμένοι του Athens Music Festival, στο «Διογένης Studio». 

● Μ’ άρεσε πολύ ο τίτλος ενός cd σου, «Οι μπαλαρίνες επιτρέπονται»… 

Αμα σου πω πώς βγήκε… Η κόρη μου ήταν τριών. Είχα ένα στούντιο στο υπόγειο του σπιτιού, όπου έγραφα τις πρωτογενείς ιδέες.

Η μικρή ερχόταν, καθόταν στα πόδια μου. Ακούγονταν οι φωνούλες της στις ηχογραφήσεις ανάμεσα στα όργανα.

Κάποια στιγμή αποφάσισα να το παίξω σκληρός μπαμπάς και της λέω: Δεν επιτρέπεται να μπαίνεις στο στούντιο. Ανέβαινε, κατέβαινε λοιπόν, της έλεγα συνεχώς: Δεν επιτρέπεται.

Ωσπου μια μέρα ανέβηκε σπίτι, έψαξε κάτι αποκριάτικα, βρήκε μια στολή μπαλαρίνας. Τη φοράει, κατεβαίνει κάτω και μου λέει με το πιο αθώο ύφος: «Οι μπαλαρίνες επιτρέπονται;». Ε ναι…, της λέω κι εγώ, οι μπαλαρίνες επιτρέπονται!!!