Νίκος Ξένιος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας, με σπουδές φιλοσοφίας στην Ελλάδα και στο Παρίσι, εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και δημοσιεύει βιβλιοκριτικές και θεατρικές κριτικές σε ψηφιακά έντυπα. Ο παραγκωνισμένος, ο υπεράριθμος, ο απόβλητος, μέσα σε ψυχικά ή κοινωνικά ρημαγμένα τοπία, ορίζουν το αφηγηματικό και το ηθικό κάδρο γραφής του Νίκου Ξένιου. Φυλλομετρώντας τις βιβλιογραφικές του οικειότητες, εμμονές και αναμνήσεις, ο Ξένιος επιβεβαιώνει την ώσμωση, το δούναι και λαβείν, την ανοιχτή γραμμή που καλλιεργείται και θεμελιώνεται εντός του κειμένου, με τις όποιες μεταμορφώσεις και παραλλαγές στο πέρασμα του χρόνου, ανάμεσα στην ανάγνωση και τη γραφή.

Επιμέλεια: Μισέλ Φαϊς

Τα βιβλία πάνω στο μαξιλάρι ενός παιδιού διαδραματίζουν τον ίδιο ρόλο που διαδραμάτισε και το τρανζιστοράκι με το ραδιοφωνικό «Θέατρο της Κυριακής». Η πρόσβαση στα βιβλία δεν ήταν τότε και το ευκολότερο πράγμα και ήταν η πρωτοβουλία του πατέρα μου που με έφερε σε επαφή με κάτι που λαχταρούσα. Το βιβλίο που αγάπησα πιο πολύ ήταν ο «Κόμης Μοντεχρήστος» του Αλέξανδρου Δουμά: η μεγαλύτερη ταύτιση της ζωής μου -μετά τον Πήτερ Παν- ήταν με τον αδικημένο Εδμόνδο Νταντές.

Επί χούντας, η καθημερινή επίσκεψη στη Λέσχη Νεότητας του Ψυχικού με έφερε κοντά στη «Διάπλαση των Παίδων» στις δεμένες εκδόσεις που μπορούσα να δανειστώ. Φυσικά περίμενα στην πόρτα να μου φέρει ο πατέρας μου, γυρνώντας από τη δουλειά, τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», από τα οποία γοητεύτηκα απολύτως για σειρά ετών, ίσως για όλη την περίοδο του Δημοτικού σχολείου: αξέχαστα μυθιστορήματα που από τότε θα ήθελα να διαβάσω στην πλήρη τους μορφή είναι «Ο λόρδος Τζιμ» του Τζόζεφ Κόνραντ και το «Τύπη» του Χέρμαν Μέλβιλ.

Το παιδικό βιβλίο που με καθόρισε ως παιδάκι ήταν το μυθιστόρημα της Μάρτζορι Ρόουλινγκς «Το παιδί και το ελάφι» (The Yearling, 1938), με μια αμερικανικού τύπου «ωρίμανση» που θυμίζει τη θυσία της Ιφιγένειας. Στο σχολείο έφαγα τιμωρία λόγω σκανταλιάς να απομνημονεύσω και τις εκατόν πενήντα έξι στροφές του «Υμνου εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού, μια ποινή που περιέργως μου έδωσε τη δυνατότητα να ξεφυλλίσω τα «Απαντα» του ποιητή στην επιμέλεια του Πολυλά. Τότε ανέσυρα από όσα είχαν σωθεί στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου τα «Απαντα» του Καβάφη και τον Καρυωτάκη και αυτομάτως άρχισα να γράφω ποιήματα.

Ευτυχώς για την ποίηση, αυτό διήρκεσε ώς το Λύκειο, όταν τελικά πέταξα τα πρωτόλεια ποιητικά μου γυμνάσματα και δεν ασχολήθηκα ξανά με αυτά.

Το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Ουάιλντ και «Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» του Χάξλεϊ, η «Πεδιάδα της Τορτίλα» του Στάινμπεκ, η «Σκακιστική Νουβέλα» του Τσβάιχ και ο «Κροκόδειλος» του Ντοστογιέβσκι ήταν εμμονές του πατέρα μου. Φυσικά με καθόρισαν το «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη και ο «Φτωχούλης του Θεού» του Καζαντζάκη, όπως και η «Ντεζιρέ» της Αν Μαρί Σελίνκο, το «Κάστρο» του Κρόνιν και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Μπροντέ, η «Ιστορία δύο πόλεων» του Ντίκενς και το «Αν ο ήλιος πεθάνει» της Οριάνα Φαλάτσι από τις εκδόσεις Βίπερ, η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα και το «Ακου, ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ, το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού και τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες, που είναι το πρότυπό μου.

Αργότερα, στην εποχή του «κολλήματος» με τον Μπέργκμαν και τον Βέντερς, διάβασα όλα τα βιβλία περί κινηματογράφου των εκδόσεων «Κάλβος». Ενώ σπούδαζα στη Γαλλία, εντυπωσιάστηκα από το «Οι Ελληνες και το Παράλογο» του Ντοντς, από τα βιβλία του Κορνήλιου Καστοριάδη και την «Αρρώστια του Θανάτου» της Μαργκερίτ Ντιράς. Οι «δύο Μαργκερίτ» (εννοώ και τη Γιουρσενάρ με τα «Απομνημονεύματα του Αδριανού») με επηρέασαν πολύ, όπως και όλο το έργο του Παζολίνι. Επέστρεψα από το Παρίσι πλήρης αναγνωστικών παραστάσεων και φορτωμένος με ξενόγλωσσα βιβλία από το «Shakespeare and Company».

Η φιλία μου με τον Γιώργο Χειμωνά με εξοικείωσε με συγγραφείς και ποιητές που θαυμάζω, όπως ο Λοτρεαμόν («Τα άσματα του Μαλντορόρ»), ο Χέλντερλιν («Πάτμος») και ο Γκέτε («Τα χρόνια της περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ»), ο Καχτίτσης («Ο ήρωας της Γάνδης») και ο Γονατάς («Ο φιλόξενος καρδινάλιος»), η Σωτηροπούλου («Η φάρσα») και ο Δημητρίου («Ντιάλιθ’ιμ, Χριστάκη»), ο Χατζής («Το διπλό βιβλίο») και η Ζατέλη («Και με το φως του λύκου επανέρχονται»).

Και τότε άρχισα να διαβάζω πιο συστηματικά, με αποτέλεσμα να μην είμαι σε θέση σήμερα να προκρίνω ποια από τα ατελείωτα βιβλία που διάβασα αυτά τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν στάθηκαν πιο καθοριστικά για μένα.

 Τελευταίο βιβλίο του Ν. Ξένιου είναι η νουβέλα «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» (Κριτική, 2017)