Οι Γερμανοί πολίτες προτιμούν να γίνουν νέες εκλογές αντί της δημιουργίας μεγάλου συνασπισμού μεταξύ Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD), σύμφωνα με δημοσκόπηση στο περιοδικό Focus. Μάλιστα, οι μισοί ερωτηθέντες δεν θέλουν την Άνγκελα Μέρκελ να βάζει ξανά υποψηφιότητα για την καγκελαρία, στο ενδεχόμενο νέων εκλογών.
Στη δημοσκόπηση της εταιρείας Insa, το 34% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της προοπτικής διεξαγωγής νέων κοινοβουλευτικών εκλογών, ενώ μόνο το 30% των ερωτηθέντων υποστηρίζει την προοπτική ενός μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού και μόλις το 15% μια ενδεχόμενη κυβέρνηση μειοψηφίας της Ένωσης.
Ενδιαφέρον έχει και το αποτέλεσμα της ερώτησης για το αν πρέπει να κατέλθει ξανά ως υποψήφια για την καγκελαρία η Άνγκελα Μέρκελ, καθώς αρνητική ήταν η απάντηση του 52% των ερωτηθέντων, έναντι 32% που επιθυμούν να ηγηθεί και πάλι της Ένωσης η κ. Μέρκελ σε ενδεχόμενο νέο προεκλογικό αγώνα.
Σε άλλη έρευνα τάσεων, για λογαριασμό του δικτύου ARD, το σενάριο ενός μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό. Συγκεκριμένα, 45% των ερωτηθέντων αξιολόγησαν έναν μεγάλο συνασπισμό «πολύ καλό» ή «καλό» και 52% ως «λιγότερο καλό» ή «κακό».
Γκάμπριελ: Επιβλήθηκαν οι απόψεις Σόιμπλε
Στο μεταξύ, ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Der Spiegel», εξέφρασε την ελπίδα ότι η Γερμανία θα παραμείνει τμήμα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, κάνοντας ουσιαστικά και αυτοκριτική, λέγοντας ότι «στον τελευταίο μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό στη Γερμανία δώσαμε πολύ λίγη σημασία στην Ευρώπη. Γράψαμε ένα ευρωπαϊκό κεφάλαιο στο οποίο επιβλήθηκαν πολύ έντονα οι οικονομικές αντιλήψεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Κι αυτό ήταν λάθος».
Ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, με τις διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενο νέο μεγάλο συνασπισμό μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, δήλωσε ότι «η Γερμανία δεν θα έχει καμία πραγματική φωνή στον κόσμο μόνη της παρά μόνον ως τμήμα της ευρωπαϊκής φωνής» και πως στο πλαίσιο μίας ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής «είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός των κοινών ευρωπαϊκών συμφερόντων, καθώς και ότι δεν πρέπει να μειωθεί η αξία των κοινών ευρωπαϊκών αξιών, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Μάλιστα επέκρινε τους Χριστιανοδημοκράτες για τις θέσεις που έχουν εκφράσει κατά τη διαπραγμάτευση, που ούτως ή άλλως διαφαίνεται δύσκολη, λόγω των αντικρουόμενων θέσεων των κομμάτων που μετέχουν στις συνομιλίες. «Θα δούμε εάν οι Χριστιανοδημοκρατες είναι διατεθειμένοι να κάνουν το βήμα προς μια νέα ευρωπαϊκή συνύπαρξη. Στην παρούσα φάση βέβαια το CSU αποφασίζει άλλα. Αντί να αποφασίσει την “επένδυση” στην Ευρώπη, ζητά να διπλασιάσει η Γερμανία τον προϋπολογισμό της για την άμυνα. Εντελώς στη γραμμή Donald Trump. Είμαι σίγουρος ότι σ’ αυτό δεν πρόκειται να συμφωνήσει το SPD».
Όσον αφορά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ε.Ε., ανέφερε πως «ζούμε σε μία εποχή ανταγωνισμού μεταξύ δημοκρατικά και αυταρχικά συγκροτημένων κρατών. Και τα τελευταία επιχειρούν ήδη τώρα να κερδίσουν σε επιρροή στην Ε.Ε. και να μας διασπάσουν. Τα πρώτα ρήγματα είναι αναγνωρίσιμα στην Ευρώπη».
Και μεταξύ των λύσεων που προτείνει είναι να καταστεί αποτελεσματικότερη η δημοκρατία στην Ευρώπη, αλλά και να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου το ευρωπαϊκό μοντέλο διαχείρισης των πραγμάτων και σε επίπεδο οικονομίας.
Αναγνωρίζει δε ότι «δυστυχώς στην πραγματικότητα όντως υφίσταται μία Ευρώπη με πολλαπλές ταχύτητες και εντελώς διαφορετικές στοχοθετήσεις».
