Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις τελευταίες μέρες η συζήτηση για τη σεξουαλική παρενόχληση έχει φουντώσει. Μέσα στις πολλές αποχρώσεις της, υπάρχουν κάποια σημεία στα οποία πρέπει να επικεντρωθούμε, ώστε να μη χάσουμε το δάσος κοιτώντας το δέντρο. Η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί κοινωνική πρακτική. Εχει συνεπώς ιστορικότητα, πολιτισμικά και σημειωτικά πλαίσια.

Οι απόπειρες επιβολής της αντρικής σεξουαλικότητας στο γυναικείο σώμα (ο βιασμός είναι μόνο μία από αυτές τις μορφές) είναι τόσο παλιές όσο και η ανδροκρατία.

Στο συνεχές αυτό, η νομική αναγνώριση της σεξουαλικής παρενόχλησης ως μορφής βίας στα μέσα της δεκαετίας του 1970 αποτελεί τομή, κυρίως επειδή αποσυνέδεσε την επιβολή από την επιθυμία, συνδέοντάς την με την εξουσία.

Αναγνωρίστηκε δηλαδή ότι δεν ήταν ο πόθος αυτός που υποκινούσε την παρενόχληση, αλλά η επιθυμία της επιβολής στην προσωπικότητα (και όχι μόνο το σώμα) της γυναίκας.

Οι μορφές της παρενόχλησης μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο. Δεν έχει νόημα συνεπώς να εγκλωβιστούμε σε μια συζήτηση που θα προσπαθεί να ορίσει ποιες είναι οι συμπεριφορές που την απαρτίζουν κάθε φορά. Αντίθετα, έχει νόημα να εντοπίσουμε τα δομικά τους χαρακτηριστικά. Κεντρικό ρόλο παίζουν οι σχέσεις εξουσίας και η κοινωνική ανισότητα. Μπορούμε να σκεφτούμε την ανισότητα σε δύο μεγάλα πλαίσια: αυτό της ανισότητας εντός των κοινωνιών και αυτό της ανισότητας ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνίες/πολιτισμούς.

Το πρώτο είναι προφανές. Οι κάθε είδους ανισότητες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η σεξουαλική παρενόχληση. Προσοχή εδώ: τη μορφή, όχι το γεγονός της παρενόχλησης. Το να αναγνωρίσει κανείς τη βία στην γκροτέσκα, απροκάλυπτη μορφή της είναι εύκολο και η συναίνεση απέναντι στην καταδίκη της σχεδόν αυτονόητη. Τι γίνεται όμως όταν αυτή επιτελείται με πιο «εκλεπτυσμένους» τρόπους, που αφήνουν το θύμα να νιώθει υπεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει; Τις περισσότερες φορές, ιδιαίτερα στα ανώτερα μορφωτικά, οικονομικά ή κοινωνικά στρώματα, η σεξουαλική παρενόχληση επιτελείται σε μια γκρίζα ζώνη, που την καθιστά σχεδόν αόρατη, προσφέροντας ασφάλεια στον θύτη και αφήνοντας το θύμα εκτεθειμένο. Τι γίνεται όταν η επιτηδευμένη αμφισημία της παρενόχλησης αφήνει το θύμα μετέωρο ανάμεσα σε ενοχές και αμφιβολίες για την αντιληπτική του ικανότητα;

Δεν είναι λίγες οι φορές που η αναγνώριση του τραύματος έρχεται αρκετά αργότερα, όταν το θύμα αφενός έχει βιώσει τις συνέπειες της συμμόρφωσης (ή της μη συμμόρφωσης ανάλογα) και αφετέρου βρίσκεται σε λιγότερο ευάλωτη θέση κοινωνικά. Τότε είναι που βρίσκει τη δύναμη να ξανα-επισκεφτεί την εμπειρία εκείνη και συχνά να ξαναμπεί σε ένα νέο κύκλο αυτοκατηγορίας και ενοχών.

Εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του κινήματος #metoo. Μπορεί να ξεκίνησε από γυναίκες που βρίσκονται σε «προνομιακή» θέση, η κίνηση από μόνη της όμως εμπεριέχει συμβολισμό και λειτουργεί ως καταλύτης για να αρχίσει να συζητιέται ένα φαινόμενο που μέχρι πρότινος έμενε πίσω από κλειστές πόρτες.

Το θέμα δεν είναι να φτάσουμε σε μια δικτατορία της πολιτικής ορθότητας – ούτε να εξελιχθεί όλη αυτή η προσπάθεια σε ένα κυνήγι «μαγισσών» και μάλιστα αναδρομικό.

Βεβαίως και χρειάζεται προσοχή να μη γλιστρήσουμε στο νεοπουριτανισμό, που ούτως ή άλλως επελαύνει στις ΗΠΑ και όχι μόνο – το ότι το δικαίωμα στην αντισύλληψη και την έκτρωση, για παράδειγμα, συζητιέται εκ νέου, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εφησυχασμό.

Το ότι μπορεί να λοξοδρομήσει η συζήτηση, όμως, δεν ακυρώνει ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Το θέμα είναι όλη αυτή η συζήτηση να αποτελέσει αφορμή για να δούμε τον πυρήνα του προβλήματα και να αναπτύξουμε στρατηγικές για την εξάλειψή του.

Ερχόμαστε εδώ στο δεύτερο πλαίσιο της ανισότητας: αυτό ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια.

Η συζήτηση για τη σεξουαλική παρενόχληση αφορά σχεδόν αποκλειστικά τις γυναίκες των δυτικών κοινωνιών – και μάλιστα όσες ανήκουν στα μεσαία και ανώτερα στρώματα.

Η βία κατά των γυναικών της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής ακόμη και της Ανατολικής Ευρώπης δεν είναι μέρος του κάδρου.

Δεν μιλάμε για το είδος της βίας που αναγκάζει μικρά κορίτσια στην Αφρική να παντρεύονται με την ελπίδα να γλιτώσουν την πείνα, ούτε για τη βία που στη Λατινική Αμερική εμπορευματοποιεί το γυναικείο σώμα και παρεμβαίνει σε σημείο επικίνδυνο για την υγεία, ούτε για τους ομαδικούς βιασμούς στην Ινδία ούτε για τα εγκλήματα τιμής στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Αυτού του είδους η βία αναγνωρίζεται ως πολιτισμική, ως αλλότρια, και εξαιρείται, αυτονόητα σχεδόν, από τη συζήτηση.

Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών δεν αφορά το ήμισυ του πληθυσμού, ούτε βέβαια είναι μόνο γυναικεία υπόθεση.

Είναι υπόθεση του συνόλου του πληθυσμού. Αρκεί να σκεφτούμε ότι στη βάση κάθε είδους φονταμενταλισμού βρίσκεται η προσπάθεια επικυριαρχίας στο άλλο φύλο.

Επομένως, είναι καιρός μαζί με τη στηλίτευση συμπεριφορών να αναζητήσουμε και τις κοινωνικές δυναμικές που τις παράγουν.

Θα είναι ένα βήμα προς τη θεμελίωση κοινωνιών που ο αλληλοσεβασμός, η ισότητα και η δημοκρατία θα αποτελούν καθημερινές πρακτικές.