Σε λίγες μέρες θα συμπληρωθούν τρεις μήνες από τότε που έγιναν οι κοινοβουλευτικές εκλογές στη Γερμανία (24 Σεπτεμβρίου 2017) και η ίδια η πολιτική γερμανική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σ’ ένα πραγματολογικό καθεστώς αδυναμίας σχηματισμού κυβερνήσεως και κατά συνέπεια ασκήσεως πολιτικής εξουσίας.
Οι πολιτικοί αναλυτές, οι πολιτικοί φιλόσοφοι και οι πολιτικώς δρώντες αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα τυχαίο πολιτικό «συμβάν», το οποίο προέκυψε ή προήλθε από το πουθενά. Οπως προσπάθησα να αναλύσω σε προηγούμενο κείμενό μου με τον τίτλο: «Τι συμβαίνει στη Γερμανία» («Εφημερίδα των Συντακτών» 24/11/ 2017), η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία δεν είναι τεχνική υπόθεση διαβουλεύσεων και συνεννοήσεων ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά εξαρτάται από τη συγκροτησιακή δομή σε επίπεδο πολιτικής συνείδησης της γερμανικής κοινωνίας.
Ο πολιτικός αναλυτής Τάσος Παππάς, σε πρόσφατο κείμενό του (13 Δεκεμβρίου 2017), αναφέρεται στις σχετικές διεργασίες σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία και επισημαίνει ορθότατα ότι το πρόβλημα ανάγεται τελικά στην υπόσταση της Γερμανίας ως σύγχρονης πολιτικής και κοινοβουλευτικής οντότητας.
Πράγματι, όποιος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται στη δημόσια σφαίρα για το σχετικό ζήτημα, διαπιστώνει τα εξής δύο μείζονα πράγματα: πρώτον, ότι επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα του κοινοβουλευτισμού για τη γερμανική πολιτική κοινωνία και, δεύτερον, ότι οι διαδικασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης στο Βερολίνο υπερβαίνουν το πλαίσιο της πολιτικής πρακτικής του κοινοβουλευτισμού. Και το σχέδιο «Τζαμάικα» και οι πρόσφατες διαβουλεύσεις για τον «συνεργατικό συνασπισμό» («Koko») και για τον «μεγάλο συνασπισμό» («Groko») -και όσες συνεννοήσεις ενδεχομένως θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες- αποκαλύπτουν ένα πρόσωπο της πολιτικής Γερμανίας η οποία το μόνο που επιδιώκει είναι να κατοχυρώσει την ισχύ της εντός της ευρωζώνης.
Οσοι όμως προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ευρωπαϊκά πολιτικά πράγματα με τα κριτήρια του Λόγου, θέτουμε ριζικά ερωτήματα όπως π.χ. είναι το εξής: γιατί επί τρεις μήνες τα κόμματα στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχουν επιτύχει να συνεννοηθούν και να προχωρήσουν στην εφαρμογή των εντολών των εκλεκτόρων τους; Δηλαδή να εφαρμόσουν το «κοινωνικό συμβόλαιο» το οποίο προέκυψε από τις εκλεκτορικές διαδικασίες; Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας στη Γερμανία δήλωσε κατηγορηματικά ότι απ’ αυτές τις εκλεκτορικές διαδικασίες θα προέλθει η κυβέρνηση στο Βερολίνο. Οι διαβουλεύσεις, οι συνεννοήσεις και οι σχετικές συζητήσεις εννοείται ότι δεν μπορούν να διαρκέσουν επ’ άπειρον. Δεν μπορώ να γνωρίζω τα θεσμικά όρια των διαπραγματεύσεων. Εκείνο όμως το οποίο διαπιστώνει κανείς διά γυμνού οφθαλμού είναι ότι, ενώ η πρώτη φάση των διαβουλεύσεων με το όνομα «Τζαμάικα» ολοκληρώθηκε, η δεύτερη φάση που μόλις τώρα αρχίζει ενδεχομένως να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα. Οπότε το μείζον θεωρητικό και πολιτικό ερώτημα το οποίο τίθεται έχει να κάνει με τον κοινοβουλευτισμό και τη Γερμανία και τη σχέση ανάμεσά τους.
Η γερμανική κοινωνία απέκτησε ισχυρό κοινοβούλιο μόλις μετά τον πόλεμο. Ως εθνικό κράτος και ως κοινωνική συλλογικότητα, η οποία ενσωματώνει την ιδέα του «κοινωνικού συμβολαίου», δηλ. την ιδέα του κοινοβουλευτισμού, διατρέχει μία ιστορική φάση μόλις ενός αιώνα (από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου). Μετά την «πτώση του τείχους» (1989) και την έναρξη της ιστορικής διαδικασίας μετασχηματισμού της σε τεχνοκρατική οντότητα και κατά συνέπεια σε κυρίαρχη δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στη συνέχεια στην ευρωζώνη, και η ιδέα του «κοινωνικού συμβολαίου» και η πολιτική πρακτική του κοινοβουλευτισμού συρρικνώνονται.
Επιχειρώ να εξηγήσω ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης στο Βερολίνο είναι υπόθεση η οποία ανάγεται στη σύγκρουση συμφερόντων των επιμέρους κοινωνικών ομάδων και στους οικονομικούς ανταγωνισμούς. Εννοείται ότι όλα αυτά τα «άγρια πράγματα» διευθετήθηκαν μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, αλλά δυστυχώς αυτό το πρωτογενές υλικό και περιεχόμενο δεν τιθασεύεται. Και το συμπέρασμά μας είναι το εξής: ενώ οι εκλέκτορες (δηλ. οι πολίτες, οι ψηφοφόροι, ο «λαός» κατά το Σύνταγμα) προσήλθαν στις κάλπες, οι πολιτικώς δρώντες δεν «μπορούν να τα βρουν». Η γερμανική πολιτική κοινωνία, όμως, δεν μπορεί να περιμένει τι θα αποφασίσουν οι πολιτικώς δρώντες πίσω από τις κουρτίνες. Περιμένει «φως, περισσότερο φως» (Γκέτε).
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστ. Θράκης
