Επτά χρόνια μετά την αυτοπυρπόληση του 26χρονου μικροπωλητή Μοχάμεντ Μπουαζίζι σε μια μικρή πόλη της Τυνησίας, τη Σίντι Μπουζίντ, που έκτοτε μπήκε στον παγκόσμιο χάρτη ως λίκνο των κοσμοϊστορικών εξεγέρσεων που έμειναν στην Ιστορία ως «αραβική άνοιξη», το φάντασμα του διεφθαρμένου «προέδρου»-δικτάτορα Μπεν Αλί εξακολουθεί να ρίχνει τη βαριά σκιά του στη μικρή βορειοαφρικανική χώρα, καθώς τίποτε δεν δείχνει να έχει αλλάξει ουσιαστικά μετά τη λαϊκή επανάσταση του 2011.
Για την ακρίβεια, η ασφυκτική κυβερνητική πολιτική λιτότητας συνεχίζεται σαν να μην πέρασε μια μέρα και εξακολουθεί να καταδικάζει την πλειονότητα του πληθυσμού στη φτώχεια και την ανεργία.
Κι έτσι, με αφορμή τη δολοφονία ακόμη ενός διαδηλωτή από την αστυνομία στην πόλη Ταμπούρμπα, την περασμένη Δευτέρα, οι φλόγες της εξέγερσης θέριεψαν και πάλι εδώ και λίγες μέρες, καταρρίπτοντας την προπαγάνδα των Ευρωπαίων και Αμερικανών προστατών της ντόπιας κομπραδόρικης ελίτ, που επιμένουν να παρουσιάζουν αυθαίρετα την Τυνησία ως το μοναδικό δημοκρατικό «success story» σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο.
Ο νέος ξεσηκωμός δεν ξεκίνησε τυχαία: τον προκάλεσαν τα κοφτερά «ψαλίδια» του καινούργιου προϋπολογισμού για το 2018, που πέρασε πριν από λίγες μέρες από τη Βουλή και περιλαμβάνει μεγάλες αυξήσεις σε πλήθος βασικών αγαθών, προκειμένου η τυνησιακή κυβέρνηση να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των ξένων πιστωτών της, μειώνοντας το δημόσιο έλλειμμα και εξυπηρετώντας ταχύτερα τα χρέη προς τους δανειστές.
Κάτι σαν την Ελλάδα δηλαδή, αλλά χωρίς ευρώ και τρόικες… Ανάμεσα στα εκατοντάδες προϊόντα και τις υπηρεσίες που θα γίνουν ακόμη πιο δυσπρόσιτα για τον μέσο Τυνήσιο, λόγω αύξησης του ΦΠΑ και άλλων άμεσων και έμμεσων φόρων, είναι τα καύσιμα, το ηλεκτρικό ρεύμα, το τηλέφωνο και το ίντερνετ, ο καφές, το τσάι, το ρύζι και τα περισσότερα εισαγόμενα αγαθά.
Κι όλα αυτά εν μέσω ραγδαίας αύξησης του πληθωρισμού και της ανεργίας, που ξεπερνά το 15% στο γενικό εργατικό δυναμικό και το 33% στην απεγνωσμένη νεολαία, αλλά και συνεχούς υποτίμησης του τοπικού δηναρίου, που κατατρώγει την ήδη μειωμένη αγοραστική δύναμη των φτωχών Τυνήσιων, ενώ αυξάνει επαγωγικά και το χρέος προς τους αχόρταγους ξένους.
Κατά τη διάρκεια των νέων, πολυήμερων και μαχητικών κινητοποιήσεων -στις οποίες πρωταγωνιστεί και πάλι η «χαμένη γενιά» του μακαρίτη Μπουαζίζι, δηλαδή οι νέοι άνεργοι και οι φοιτητές, αλλά και οι μοντέρνοι εργαζόμενοι-δούλοι που πληρώνονται με μισθούς πείνας- ξέσπασαν σοβαρά επεισόδια με την αστυνομία, με περισσότερες από 500 συλλήψεις και εκατοντάδες τραυματισμένους διαδηλωτές και αστυνομικούς, ενώ δεν έλειψαν και οι λεηλασίες καταστημάτων, ιδίως στα υποβαθμισμένα περίχωρα της Τύνιδας.
Σε αρκετές επαρχιακές πόλεις, όπως η Γκάφσα, η Κασερίν και η προαναφερθείσα Σίντι Μπουζίντ, πυρπολήθηκαν αστυνομικά τμήματα, εφορίες και άλλα κυβερνητικά κτίρια, και γενικά η ένταση των συγκρούσεων ήταν τέτοια ώστε η κυβέρνηση διέταξε την ανάπτυξη πάνοπλων στρατιωτικών μονάδων για την «επιβολή της τάξης».
Ακόμη και σε παραλιακά θέρετρα, όπως το Σούσε, αναπτύχθηκαν τροχοφόρα τεθωρακισμένα και εκατοντάδες στρατιώτες.
Και σε πολλές περιπτώσεις αναφέρθηκε χρήση πραγματικών πυρών «στο ψαχνό», ενώ αρκετοί πληγωμένοι φέρουν τραύματα από σφαίρες.
Περιττό είναι μάλλον να προσθέσουμε πως ανάμεσα στους αμέτρητους συλληφθέντες περιλαμβάνονται και δεκάδες αριστεροί συνδικαλιστές βάσης και πολιτικοί ακτιβιστές, που φυσικά δεν είχαν καμιά σχέση με τα αιματηρά επεισόδια – άλλο ένα δείγμα του πανικού και της παράνοιας που έχει καταλάβει την τυνησιακή ελίτ μπροστά στην προοπτική μιας νέας «άνοιξης».
Οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νομικοί, αλλά και στελέχη της αντιπολίτευσης, όπως ο αριστερός Αχμέντ Σεντίκ, κατηγορούν την κυβέρνηση για όργιο «ανεξήγητης βίας» και συλλήψεων στον σωρό – και μάλιστα όχι σε βάρος των όποιων «μπαχαλάκηδων», αλλά ειρηνικών διαδηλωτών και κυρίως των πολιτικών οργανωτών των συγκεντρώσεων, όπως ο Αχμέντ Σάσι, που πιάστηκε έπειτα από έφοδο στο σπίτι του μαζί με ακόμη δέκα ακτιβιστές συνεργάτες του.
Για όσους τυχόν δεν έχουν παρακολουθήσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Τυνησία μετά την επανάσταση του ’11 και τη φυγή του Μπεν Αλί, να σημειώσουμε πως τα τελευταία δυόμισι χρόνια έχει επανέλθει ουσιαστικά στην εξουσία το… σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Συνταγματικό Κόμμα του φυγόδικου δικτάτορα, με νέο όνομα φυσικά, ως Nidaa Tounes, και με την υποστήριξη μικρότερων κοσμικών αλλά και «μετριοπαθών» ισλαμικών κομμάτων.
Πρόεδρος παραμένει ένας ενενηντάχρονος πρώην υπουργός του Μπεν Αλί, ο Μπέτζι Σάιντ Εσέμπσι, ενώ στην κυβέρνηση του υπάκουου νεαρού (και «εκλεκτού» του ΔΝΤ) πρωθυπουργού Γιούσεφ Σάχεντ φιγουράρουν σε θέσεις-κλειδιά (όπως τα υπουργεία Οικονομικών και Παιδείας) αρκετοί πρώην συνεργάτες του δικτάτορα.
Πριν από λίγους μήνες μάλιστα η κυβέρνηση πέρασε νόμο που δίνει αναδρομικό συγχωροχάρτι σε μέγα πλήθος (πάνω από 2.000 άτομα) διαπλεκόμενων επιχειρηματιών και αξιωματούχων του ancien regime, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στα καλολαδωμένα πόστα τους.
Business as usual, δηλαδή, ή αν προτιμάτε, πλούτιζε εσύ κι άσε τους άλλους να πεθάνουν…
Κι όμως, μπροστά σε αυτόν τον νέο ξεσηκωμό, ο Σάχεντ –με την υποστήριξη, αλλά και τον αστυνομικό εξοπλισμό «ελέγχου πλήθους» που του παραχωρούν αφειδώς η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι βασικοί προστάτες του– αντιμετωπίζει συλλήβδην τους εξεγερμένους σαν «ταραχοποιούς και πλιατσικολόγους», που πρέπει να παταχθούν με τη βία.
Τα ίδια δηλαδή που είδαμε πριν από μόλις μία εβδομάδα στο Ιράν, με τη διαφορά ότι εδώ η καταστολή γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη και την υλική αρωγή από τους ξένους σπόνσορες, τους ίδιους που κατηγορούν το ιρανικό καθεστώς για βαρβαρότητα κατά των δικών του διαδηλωτών…
Η πραγματικότητα στην Τυνησία, όπως και σε ακόμη πολλές χώρες του αραβικού κόσμου, είναι ότι η λαϊκή οργή και οι επαναστατικές διαθέσεις των νέων εντείνονται ξανά, καθώς οι κυβερνώντες κάθε άλλο παρά πήραν κάποιο μάθημα από τα πολύνεκρα γεγονότα του 2011.
Τα ίδια και χειρότερα παρατηρούνται άλλωστε και στις άλλες χώρες της «άνοιξης»:
Στην Αίγυπτο, ο Μουμπάρακ έπεσε, αλλά τη θέση του πήρε μετά το αιματηρότατο πραξικόπημα του 2013 ένας άλλος στρατηγός που ντύθηκε πρόεδρος, ο Αμπντέλ Φάταχ αλ Σίσι, ο οποίος μάλιστα δείχνει να απολαμβάνει και την πλήρη στήριξη των «δημοκρατικών» ξένων.
Στη Λιβύη, πραγματοποιήθηκε πολυεθνική εισβολή για να σωθεί η χώρα από τον Καντάφι και τον εμφύλιο, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα, στην Υεμένη κονταροχτυπιούνται Ιρανοί και Σαουδάραβες, με θύμα ολόκληρο τον λαό της, ενώ στη Συρία η «άνοιξη» πυροδότησε έναν από τους χειρότερους «πολέμους δι’ αντιπροσώπων» όλων των εποχών, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες…
