Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο «Ορφέας» του Μοντεβέρντι (Μάντοβα 1607) είναι μία από τις πρώτες όπερες στην ιστορία της δυτικής μουσικής και η παλαιότερη απ’ όσες σήμερα παρουσιάζονται τακτικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε σκηνικά για (πιθανότατα) πρώτη φορά στις 9/10/1997, στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, στο πλαίσιο του κύκλου «Ορφέας», σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κουστούμια του Πιερ Λουίτζι Πίτσι, με τους «Σολίστ της Βενετίας» υπό τον Κλάουντιο Σιμόνε.

Είκοσι χρόνια αργότερα το κρατικό πλέον Μέγαρο Μουσικής ξαναπαρουσίασε το ίδιο έργο, αυτή τη φορά στην εξίσου τεράστια Αίθουσα «Τριάντη», στο πλαίσιο κύκλου υπό τον τίτλο «With a twist / Οπερα – Μουσικό θέατρο» (24 & 25/11/2017). Το πολλαπλά πειραγμένο ανέβασμα σκηνοθέτησε ο Θάνος Παπακωνσταντίνου. Το ελληνικό σύνολο παλιάς μουσικής Latinitas Nostra σε διευρυμένη σύνθεση διηύθυνε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος.

Τραγούδησαν Ελληνες μονωδοί και Ισπανός πρωταγωνιστής στον επώνυμο ρόλο. Η παραγωγή υλοποιήθηκε με αρωγή από την Εθνική Λυρική Σκηνή (παραχώρηση κοστουμιών, σκηνικών στοιχείων) και συμμετοχή Χορού δευτεροετών φοιτητών της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών. Η παρουσία ακροατηρίου αισθητά διαφορετικού από αυτό της όπερας και η ενθουσιώδης υποδοχή έδειξαν ότι η ιδιαίτερη αυτή πρόταση είχε παραλήπτες.

Σκηνικώς άρτια και με σφαιρική συνέπεια υλοποιημένη, η παραγωγή προσπέρασε εκ προθέσεως αυτό που θα μπορούσε να ήταν ο πρώτος ελληνικός σκηνικός «Ορφέας» ενημερωμένα ιστορικής ερμηνευτικής. Αντίθετα, το όλο στήθηκε ξεκάθαρα με όρους σύγχρονου «υπερθεάματος» μεταμοντέρνας δραματουργίας, για την υποστήριξη του οποίου λήφθηκαν αποφάσεις και χρησιμοποιήθηκαν δίχως αναστολές κατάλληλα τεχνικά μέσα.

Καθώς στη διανομή συμμετείχαν τραγουδιστές όπερας με δυνατές φωνές και άλλοι με αδύναμες ή/και μη οπερατικές φωνές, αναπόδραστα όλοι τραγούδησαν με «ψείρες» με αποτέλεσμα αναμενόμενες, προβληματικές αντιπαραθέσεις στις χροιές και τις δυναμικές των φωνών.

Ομοίως με ηλεκτρονική ενίσχυση -ενίοτε επίτηδες υπερβολική- έπαιξε το οργανικό σύνολο. Στο πλαίσιο της σκηνικής δραματουργίας, στη σκηνή του Αδη ο ήχος του ακούστηκε εσκεμμένα διεθλασμένος μέσω ηλεκτρονικής παραμόρφωσης, ενώ χρησιμοποιήθηκαν εύστοχα και με οικονομία υποβλητικά εφέ ambient ήχου και ηλεκτρονικά παραγμένης ηχούς (live electronics Πάνος Ηλιόπουλος, ηχητικός σχεδιασμός Κατερίνα Βάμβα).

Η σκηνοθεσία δεν ολοκλήρωσε τη σκηνική αφήγηση με την ευτυχή απόληξη της ανάληψής του Ορφέα στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα. Αντίθετα, συνδυάζοντας το «ανοιχτό», αμελοποίητο φινάλε του σωζόμενου λιμπρέτου του Στρίτζο με τον αυθεντικό ελληνικό μύθο, συνέχισε με την αντιπαράθεση του απαρηγόρητου Ορφέα προς τον απειλητικό διονυσιακό θίασο των Μαινάδων, που, οργισμένες από την απερίφραστη περιφρόνησή του προς το γυναικείο φύλο, τελικά τον διαμελίζουν.

Ο σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου και η Νίκη Ψυχογιού (σκηνικά, κοστούμια) πρότειναν μια σκηνική αφήγηση έντονα πολυαναφορική, με εσκεμμένα φυγόκεντρες διαχρονικές διασυνδέσεις.

Το εορταστικό, μαγιάτικο/γαμήλιο γαϊτανάκι, κυρίαρχα γονιμικό/φαλλικό αλλά και έκδηλα χριστιανικό με τον σταυρό στην κορυφή, τα «καθώς πρέπει» αστικά κοστούμια ώριμου 18ου αλλά και 19ου αιώνα, ο έφιππος(!;) Χάρων, η αριστοτεχνική διάθλαση της γραφής του Μοντεβέρντι (Μάρκελλος Χρυσικόπουλος) προς ελληνικό παραδοσιακό χορό του γάμου, όλα αυτά λειτούργησαν με τρόπο που ποίκιλλε έντονα και ανάλογα προς το βάθος παιδείας και ευρύτερων πολιτιστικών αναφορών εκάστου θεατή/ακροατή.

Κάποιους σύγχυσε προκαλώντας αντιφατικούς πραγματολογικούς συνειρμούς (π.χ. «Ορφέας», «Λόενγκριν» ή «Ντον Τζοβάννι», Χάρων ή Πόλεμος;). Σε άλλους πρόσφερε ένα ευπρόσδεκτα άναρχο πανηγύρι εντυπώσεων…

Η ολοκλήρωση της ιστορίας του Ορφέα με το στιλιζαρισμένα splutter, τραγικό φινάλε υπήρξε και ευπρόσδεκτη και δραματουργικά λειτουργική. Ιδιαίτερα φροντισμένη ήταν η κίνηση μονωδών και χορού (Ιρις Κυριακοπούλου), εξαιρετικά προσεγμένοι, θεατρικά λειτουργικοί οι φωτισμοί (Χριστίνα Θανάσουλα).

Σκηνικά πειστικότατοι, φωνητικά σωστοί και καλαίσθητοι ήσαν οι Χουάν Σάντσο (Ορφέας), Θεοδώρα Μπάκα (Μουσική, Ιέρεια Διονύσου), ο Πέτρος Μαγουλάς (Πλούτων), η Σοφία Πάτση (Αγγελιαφόρος), η Μαρία Παλάσκα (Περσεφόνη), η Λένια Ζαφειροπούλου (Ελπίδα), ο Μάριος Σαραντίδης (Χάρων).

Ως Πρωθιέρεια του Διονύσου η Σαβίνα Γιαννάτου συνεισέφερε στο φινάλε τη δική της, δοκιμασμένη φωνητική μανιέρα. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος διέπλασε ένα σαγηνευτικά νευρώδες, κινητικό ακρόαμα, συνδυάζοντας άριστα την αναφορά προς την ιστορική ερμηνευτική με τις προθέσεις ενός μεταμοντέρνου κομματιού μουσικού θεάτρου.

ΥΓ. Ζητούμενη παραμένει η πρώτη, ιστορικά ενημερωμένης ερμηνευτικής, σκηνική παρουσίαση του «Ορφέα».