Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είχα ραντεβού με αγαπητούς φίλους από τον Βόλο στην πλατεία Ομονοίας – βγήκαν στην έξοδο που οδηγεί στην Αγίου Κωνσταντίνου. Μαζί τους και τέσσερα-πέντε ανιψάκια τους, από δέκα ώς δεκαπέντε χρονώ περίπου. Προορισμός μας ήταν η πλατεία Θεάτρου όπου θα συναντούσαμε τους γονείς των παιδιών. Ασυναίσθητα τους πρότεινα να κατεβούμε την Αγ. Κων/νου και να στρίψουμε σε μια από τις Σωκράτους, Γερανίου, Μενάνδρου.

Ολα καλά όταν ξεκινήσαμε αλλά και όταν διασχίσαμε κάθετα την Πειραιώς. Αμέσως μετά τα πρόσωπα όλων χλόμιασαν. Ο δρόμος, αν θυμάμαι καλά ήταν η Μενάνδρου, ήταν γεμάτος από έγχρωμες γυναίκες που διαλαλούσαν την «πραμάτεια» τους – δίπλα τους ομόχρωμοι νεαροί σαν κάπως να τις «καθοδηγούσαν»· εξόφθαλμη και η παρουσία χρηστών ναρκωτικών ουσιών. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά.

Βαδίζαμε διστακτικά μέσα σε κλίμα παραβατικότητας. Τα παιδιά ασυνείδητα πιάστηκαν από τα χέρια μας. Δεν μας πήρε χρόνο να αντιληφθούμε ότι είχαν φοβηθεί από την ατμόσφαιρα και τα ξένα γι’ αυτά πρόσωπα, μια και στον Βόλο δεν συνηθίζεται «τέτοια πρόσωπα» να κυκλοφορούν στους δρόμους… Ασε που στον ορίζοντα δεν υπήρχε ούτε για δείγμα ένα αστυνομικό όργανο…

Βλέπω, όμως, και τους φίλους τρομοκρατημένους σχεδόν. «Πού μας έφερες, βρε αθεόφοβε; Οχι μόνο τα παιδιά, κι εμείς έχουμε “μουδιάσει”», μου λέει η φίλη μου (είναι και ανιψούλα μου και ας είναι κατά δύο έτη πρεσβυτέρα εμού), «τι γίνεται εδώ πέρα;». «Ελα, μην κάνεις έτσι», προσπαθώ να την καθησυχάσω.

Συνηθισμένος σε αυτό το θέαμα δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να προκαλέσει πανικό στην παρέα – εκ των υστέρων βέβαια κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Αστειευόμενος τάχα και επιχειρώντας να παίξω με τα παιδιά κατάφερα να διώξω στιγμιαία τον φόβο και με την ψυχή στο στόμα φτάσαμε στην πλατεία Θεάτρου. Ανακουφισμένα τα παιδιά κρεμάστηκαν από τον λαιμό των γονιών τους· «το και το, μπαμπά», «πού να σου λέω, μαμά», άρχισαν να αραδιάζουν τις εντυπώσεις τους.

Τέλος πάντων «τα βρήκαμε» με τους ενήλικους και κάπως αρχίσαμε να διακωμωδούμε τον φόβο που ένιωσαν διασχίζοντας έναν δρόμο στο κέντρο της Αθήνας. Πράγματι ο δρόμος είναι κεντρικός, παράλληλος (δεύτερος ή τρίτος) της Αθηνάς, όπου δεσπόζει το μέγαρο του δημαρχείου της πρωτεύουσας, σε απόσταση αναπνοής με λίγα λόγια – όλα βαίνουν καλώς κατά τον δήμαρχο.

Στη συνέχεια και αφού όλοι ένιωθαν ασφαλείς στην ταβέρνα που καθίσαμε: «Να τον χαίρεστε τον δήμαρχό σας», μου λέει σαρκαστικά η ανιψιά μου. «Και σεις να χαίρεστε τον Μπέο σας», της αντιλέγω με την ίδια ειρωνεία. «Να χαιρόμαστε την ψήφο μας, παιδιά», παρεμβαίνει ο γονέας των παιδιών, σώφρων αυτός, όχι σαν και μας, που διαπληκτιζόμαστε για το ποιος είναι πιο άχρηστος δήμαρχος μεταξύ Καμίνη και Μπέου – και οι δύο είναι «πάρε τον ένα και χτύπα τον άλλο»· ναι, αλλά με τη δική μας ψήφο εξελέγησαν…

Μετά από μέρες μού τηλεφώνησαν και με ευχαρίστησαν που τους έδωσα την ευκαιρία να δουν την όντως (;) Αθήνα ή τουλάχιστον αυτό το κρυφό, αλλά τόσο φανερό κομμάτι της.