Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πολλούς πιθανόν το «Τίμημα» δεν βρίσκεται ανάμεσα στα μεγάλα έργα του Μίλερ – ακόμα κι αν παραμένει έργο ενός μεγάλου συγγραφέα…. Δεν είναι που, αν συγκριθεί με τα παλιότερα, το «Τίμημα» υπολείπεται σε δραματουργική αξία, τεχνική, αίσθηση του μέτρου ή ψυχολογική εμβάθυνση. Είναι που υπολείπεται στην αίσθηση της εποχής του.

Οταν πρωτοανέβηκε, το 1968, ο κόσμος και η Αμερική κινούνταν πλέον σε άλλες ατραπούς, πολιτικές, κοινωνικές και –εντέλει– καλλιτεχνικές. Στον χώρο της δραματουργίας κυκλοφορούσαν ονόματα όπως του Αλμπι ή του Στόπαρντ και στους δρόμους της Νέας Υόρκης το ενδιαφέρον μεταφερόταν από το Μπρόντγουεϊ στα περιφερειακά θέατρα, σε προτάσεις όπως το «Διόνυσος ’69» και θιάσους όπως το Λα Μάμα και το Λίβινγκ Θίατερ.

Ο Μίλερ δεν βρέθηκε ασφαλώς ούτε και μετά το ’68 εκτός δημοσιότητας. Φαίνεται όμως πως από κάποια στιγμή χάθηκε από το στόχαστρο της νεολαίας της πατρίδας του και της πολεμικής της.

Κι ωστόσο, αυτός επιστρέφει με το «Τίμημα» στο Μπρόντγουεϊ και σε τόπους της Αμερικής που τον ανέδειξαν. Επιστρέφει κατ’ αρχάς στο αγαπημένο μέρος των παιδικών αμερικανικών χρόνων: στη σοφίτα. Και αναζητάει εκεί μέσα φαντάσματα της αγίας αμερικανικής οικογένειας, που διαλύθηκε κάτω από το βάρος της κρίσης του ’29, αποσαθρώθηκε στον βωμό του κέρδους κι έδυσε πριν ανατείλει στη χώρα του αμερικανικού ονείρου.

Ξαναγυρνά έπειτα πάλι πίσω στον Ιψεν, από τον οποίο αντλεί την έννοια της προσωπικής ευθύνης. Και σαν γνήσιος εκπρόσωπος της γενιάς του μπολιάζει τον δάσκαλο με στοιχεία της κρυφής αυτοβιογραφίας του (οι βασικοί ήρωες του «Τιμήματος» είναι συνομήλικοι του Μίλερ και, αν ψάξουμε καλά, όλο και θα βρούμε κάποιον παιδικό φίλο του ανάμεσά τους).

Τέλος, επιστρέφει, πάνω απ’ όλα, σε αυτό που ο ίδιος απέδειξε ξανά και ξανά για μια εποχή ότι ξέρει να κάνει καλύτερα από τον καθένα στον κόσμο: να περιγράφει ανδρικά πορτρέτα στη σκιά της αμερικανικής ευωχίας.

Στο «Τίμημα» το θέμα βρίσκεται –όπως πάντα– στη σύγκρουση ανάμεσα στην αίσθηση χρέους απέναντι στους άλλους και στο χρέος για τον εαυτό μας. Δύο αδέλφια συναντιούνται ύστερα από 16 χρόνια, με αφορμή την εκποίηση των παλιών επίπλων του σπιτιού τους.

Ο ένας διάλεξε τον εξής δρόμο για τη ζωή του: Αν και χαρισματικός, παράτησε τις σπουδές στην Ιατρική για να φροντίζει τον ανήμπορο πατέρα του, θύμα της οικονομικής κρίσης. Ο άλλος αντίθετα διάλεξε να φύγει, να αφήσει πίσω του παρόμοια εμπόδια και να ανοίξει τα φτερά του. Και τα κατάφερε… Εγινε μέγας κλινικάρχης, επιτυχημένος χειρουργός, πλούσιος και επιφανειακά άτρωτος από το βαθύ παράπονο του αδελφού του.

Σήμερα, λοιπόν, που τα έπιπλα και οι αναμνήσεις ξεπουλιούνται όσο όσο, τα αδέλφια θα λύσουν τις διαφορές, πρώτα μεταξύ τους, κι έπειτα ο καθένας με τον εαυτό του. Δύο αδέλφια που θα μπορούσαν να είναι ο εξής ένας γιος, διαμορφωμένος από αντίθετες υποθετικές επιλογές: την προσφορά (ή φοβία…) και τον αυτοσεβασμό (ή εγωισμό…).

Ποιον επιλέγουμε από τους δύο; Πρόκειται για ηθικό αγώνα που θα αναπτυχθεί μπροστά μας, με εμάς ως μάρτυρες. Εργο με διττούς λόγους και απόφαση που θα κρίνει ποιος από τους δύο πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα στη ζωή του.

Τόσο απλά, τόσο μεστά… Προσωπικά, αν διάλεγα έργο του Μίλερ για μάθημα δημιουργικής γραφής, το «Τίμημα» θα ήταν η πρώτη επιλογή μου. Είναι αληθινά «καλογραμμένο», με οικονομία, τάξη και ανέλιξη που θα ταίριαζαν σε σεμινάριο: η παλιά εκείνη αμίμητη δραματική κατασκευή να σε κρατάει με κομμένη την ανάσα ακόμα κι όταν αναγνωρίζεις πως η κεντρική υπόθεση εμφανίζει ορισμένα κενά…. Κι όμως η συγκίνηση είναι αληθινή – κι είτε στη Νέα Υόρκη είτε στα Ιλίσια παίζεται το «Τίμημα», η σοφίτα του θα αφήσει πίσω της ένα σαγηνευμένο, αφοπλισμένο κοινό.

Δεν πιστώνεται μόνο με αυτό ο ρεαλισμός του Μίλερ· πιστώνεται ακόμη η φευγαλέα αύρα της ποίησης στο έργο του, το αδιόρατο πετάρισμα που κάνει τα πράγματα να ακτινοβολούν με περίεργο φως. Κατ’ αρχάς είναι η σοφίτα, που εκπέμπει νοσταλγία για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Και μετά είναι η ανθρώπινη ύλη, η ακατάτακτη, η απροσδιόριστη και η, κατά βάθος, ανερμήνευτη. Δεν θα καταλάβουμε ποτέ τι «ανάγκασε» τον έναν αδελφό να μείνει κοντά στον πατέρα του: η ανοησία ή η αυτοθυσία του; Κι ο άλλος αδελφός, μήπως είναι εκείνος ο «νικητής της ζωής»;… Φεύγουμε από το θέατρο ξέροντας καλά ότι κανείς δεν μπορεί να κρίνει την αξία ενός σπιτικού από την αξία του τιμήματος που προσφέρει ο κάθε παλιατζής για τα έπιπλά του…

Γι’ αυτό η μορφή του Παλαιοπώλη δεν είναι μόνο δραματουργικά αναγκαία με τους όρους του Ρεαλισμού. Είναι το ποιητικό αντέρεισμα της πραγματικότητας, που κάνει τη μικρή πραγματικότητα μεγάλη και σπουδαία. Ο παλαιοπώλης (που μπαίνει στο θέατρο ως «φαινόμενο» με τα λόγια του Μίλερ) είναι φτιαγμένος από ξεχασμένα υλικά: από μια εποχή που χάθηκε, μια Αμερική που έφυγε, έναν κόσμο που στοιβάχτηκε σε σοφίτες. Είναι περισσότερο αίσθηση παρά άνθρωπος. Γι’ αυτό πριν ανεβάσεις το «Τίμημα», το καλύτερο είναι να έχεις βρει Παλαιοπώλη ικανό να γεμίσει τη σοφίτα σου με «φαινόμενα».

Η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου στήριξε τη σκηνοθεσία της σε αυτό ακριβώς. Σε έναν κόσμο με πλάγιες γραμμές, αντικειμενικό και υποκειμενικό ταυτόχρονα, με εξόδους χιούμορ, ανατροπής και λυρισμού. Και έβαλε τα πάντα να φωτίζονται από εσωτερικό φως: στα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη, τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού, στους φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου.

Ο πρώτος, ωστόσο, που δίνει τον τόνο της παράστασης είναι ασφαλώς ο Παλαιοπώλης του Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Είναι περιττό να τονίσω πως ο ηθοποιός είναι ο πλέον ικανός να μεταφέρει στο θέατρό μας την αίσθηση της εσωτερικής υφής των πραγμάτων. Εδώ όμως ο Γκρέγκορι Σόλομον δεν είναι ακόμη μια δική του επιτυχία – είναι ο Γκρέγκορι Σόλομον. Σε σημείο που μας δίνει το δικαίωμα να αναρωτηθούμε ποιον ανάμεσα στους τόσους που έπαιξαν τον ρόλο παγκοσμίως θα διάλεγε υποθετικά ο συγγραφέας ως κορυφαίο αναμεσά τους…

Με αυτόν για κέντρο στροβιλίζονται στη σοφίτα οι δύο αντιστικτικοί ρόλοι των αδελφών: Ο ένας, του Γεράσιμου Σκιαδαρέση, είναι εσωτερικά ήρεμος και εξωτερικά ανήσυχος, όταν ο άλλος, του Χρήστου Σαπουντζή, δείχνει αντίστροφα εξωτερικά άτρωτος αλλά εσωτερικά πληγωμένος: ερμηνευτικό και διαλεκτικό δίπολο εξαιρετικό. Δίπλα σε αυτούς, η στιβαρή Ρένια Λουιζίδου δίνει στον ρόλο μιας πρώην ευαίσθητης και νυν απελπισμένης συζύγου την απόδειξη ότι το τίμημα κάθε προσωπικής απόφασης το πληρώνουν πολλά ακόμη θύματα.

Ενα θέατρο που αναρωτιέται για τις επιλογές μας. Σε μια από τις πιο ζεστές και φωτεινές επιτυχίες της σεζόν.