Το ερχόμενο Σαββατοκύριακο μια παρέα είμαστε αποφασισμένοι να εκστρατεύσουμε στον ανατολικό Παρνασσό· πριν από δύο χρόνια εντοπίσαμε δύο πανέμορφα δέντρα στο χωριό Βελίτσα, λίγο πιο κάτω από την πανέμορφη πλατεία με τον τεράστιο πλάτανο, που ήσαν γεμάτα με κάτι μικρούς καρπούς μοβ, μαύρους, μπλε, δεν θυμάμαι καλά -«μ’ αυτούς θα άρχιζαν τα δείπνα τους οι θεοί του Ολύμπου», μας πληροφορεί ο Νάκος, που είναι και ο μόνος γνώστης της ονομασίας των δέντρων: μελικοκιές!
Οι καρποί τους ωριμάζουν τέτοια εποχή, ίσως και λίγο αργότερα -τέλος του μήνα, μας λένε όσοι ξέρουν, θα είναι γλύκισμα. Πανύψηλα δέντρα, πανέμορφα (φυλλοβόλα, με φύλλα χρυσοπράσινα, λογχόσχημα), στέκονται αγκαλιασμένα θαρρείς -και ούτε ένα χέρι δεν υψώνεται να τρυγήσει λίγους καρπούς με τον ηδύ χυμό που περιέχει η μικροσκοπικότητά τους· έγερναν τότε τα κλαδιά από το βάρος και όλοι ελπίζουμε ότι και φέτος θα είναι άφθονη η «σοδειά».
Χάθηκε ο πολιτισμός της συγκομιδής αυτοφυών φρούτων και καρπών -γιατί τάχα; Κάποτε στα δέντρα αυτά «κρέμονταν» ομάδες από παιδιά, έως και δέκα, δεκαπέντε και οι γρυλλισμοί ηδονής σκόρπιζαν εξαίσιες μουσικές στο χωριό και έκαναν χαρούμενη τη ζωή των ηλικιωμένων, που δεν χόρταιναν το θέαμα της παιδικής αναρρίχησης και του οιονεί άγαρμπου τρυγητού. Δεν φταίει μόνο η τηλεόραση, τα κινητά τηλέφωνα, τα λάπτοπ και όλα αυτά τα ηλεκτρονικά μπιχλιμπίδια που αποτρέπουν τα παιδιά από τέτοια σκαρφαλώματα, ανατατικά και υγιεινά.
Η φύση, που συνήθως κρύπτεσθαι φιλεί, εδώ ξεδίπλωνε υπέροχα τα μυστικά της και την καλοσύνη της -ευωδιές, αρώματα, χρώματα, ματωμένα παιδικά γόνατα, γδαρσίματα που σμίλευαν το κορμί αλλά και την ψυχούλα των παιδιών.
Φταίνε πάντα οι εξαστισμένοι γονείς, που ξεχνούν τη γενέθλια γη και τους θησαυρούς της, επηρεασμένοι και αλαφιασμένοι από τα νέα καταναλωτικά προϊόντα της μαζικής παραγωγής και των μεταλλαγμένων σπόρων; Χωρίς αιδώ ξεχάσαμε όντως από πού ερχόμαστε, στραβωμένοι από τα «νέον» της βιομηχανικής διατροφής.
Κι έτσι οι πλείστοι αγνοούμε τι εστί μελίκοκον -χάνουμε φυσικές ανάσες και δεν το καταλαβαίνουμε, αφού τις αντικαθιστούμε με τεχνητές αναπνοές και άλλου είδους χημικές ενέσεις… ζούμε με ελάχιστη φύση μέσα μας (αλλά και γύρω μας).
Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου έχει εντοπίσει μελικοκιές στο Ζάππειο: «Στο Ζάππειο έχει και άφθονες μελικοκιές ή κακαβιές όπως τις ήξερα στο χωριό μου. Η μεγάλη κακαβιά στο κέντρο του χωριού, όταν ήμουν μικρός, μου φαινόταν κάστρο(…). Καλά τα μελίκοκα, δικαίως δεν τα βλέπουν. Είναι μικρότατα. Αλλά ό,τι τους λείπει σε μπόι και θωριά το έχουν σε νοστιμιά. Αμα, δε, τα τρως φούχτες, φούχτες, σου έρχεται η γλύκα συμπαγής». (Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη).
Μερικοί από την παρέα δεν μπορούν να συγκρατηθούν (σίελοι ρέουν, ξεφεύγοντας από το έρκος των οδόντων τους…). Και να σκεφτεί κανείς πως πριν από πολλές δεκαετίες τούτα τα δέντρα (που ευδοκιμούν σε κάποιο υψόμετρο) τα φύλαγαν δραγάτες άγριοι και τιμωροί -σε πήγαιναν στον δικολάβο έτσι και σε συνελάμβαναν να κλέπτεις μελίκοκα. Ελπίζουμε ότι δεν θα συναντήσουμε δραγάτες ή άξενους Βελιτσιώτες…
