Θα το έλεγα: άγνοια από συνήθεια. Σε πρωινό περίπατο του Ιουνίου με τη Μάντη, τη σκυλίτσα μας, έκανα το πρώτο τεστ στην πλατεία του χωριού: Ρώτησα εφτά ανθρώπους πώς λέγεται η περικοκλάδα με τα πορτοκαλί χωνάκια, που έχουμε στη μικρή αυλή και με την οποία είναι γεμάτες οι αυλές στο χωριό και τα γύρω χωριά. Και οι εφτά απορήσανε: «Αλήθεια, πώς τη λένε;».
Συμβαίνει: ό,τι έχεις πολύ κοντά σου, το βλέπεις κάθε μέρα, ζεις και μεγαλώνεις μ’ αυτό, καμιά φορά, ξεχνάς –αδιαφορείς– και πώς το λένε. Κάποιος μόνο είπε: «Α, λες για το λουλούδι! Θα ρωτήσω και θα σου πω».
Μετά, είδα πρόκληση στο θέμα κι είπα να κάνω μια πρόχειρη δημοσιογραφική έρευνα· επαγγελματική αρρώστια! Ρώτησα, ξαναρώτησα, στο χωριό και σε άλλα χωριά της περιοχής· ακόμα και ζευγάρι που έβγαινε από την αυλή του την οποία «στέγαζε» η συγκεκριμένη περικοκλάδα…
«Χωνάκι…», απάντησαν απορημένοι. «Εμείς το λέμε χωνάκι!» Ρώτησα νεαρή γηγενή, απόφοιτη της Γεωπονικής. «Α, αυτό που μαζεύει τα μυρμήγκια!» είπε έκπληκτη, όταν κατάλαβε τι τη ρωτούσα. Δεν ήξερε.
Η αλήθεια είναι ότι μαζεύει μυρμήγκια, αλλά και μέλισσες· στην ανθοφορία βουίζει το μελισσομάνι. Φίλη που την επηρέασα και το γκουγκλάρισε το βρήκε κάπου και «μυρμηγκιά».
Μπήκα κι εγώ στο Google (γκουγκλάρισα). Ουδέν από το κοινό, το λαϊκό, το δημώδες όνομα. Βρήκα όμως το φυτολογικό, το επιστημονικό. Ανήκει στις πολλές (απίστευτα πολλές!) κατηγορίες της μπιγκόνιας. Λατινική ονομασία: bignonia grandiflora, ελληνική: μπιγκόνια η μεγανθής. Δεν επέμεινα στη δημώδη ονομασία. Που ίσως και να μην υπάρχει. Την άφησα στον αέρα, έτσι, σαν αποχαιρετισμό στο καλοκαίρι. Ο αθέρας…
